Μαύρη Γάτα


Θεωρείται ότι οι μαύρες γάτες φέρνουν γρουσουζιά. Στο μεσαίωνα τις έκαιγαν μαζί με τις μάγισσες, γιατί υποστήριζαν  ότι ήταν συνεργοί τους. Πολλοί άνθρωποι όμως πιστεύουν πως είναι τόσο αξιολάτρευτες όσο και οι άλλες γάτες.


Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

Πόθος, φόβος, ανάσες.


Πέρασαν μερικές ήσυχες εβδομάδες. Η Νίκη ερωτευόταν τον Πάρη όλα και περισσότερο. Ήταν έξυπνος, τρυφερός, με χιούμορ που της ταίριαζε απόλυτα. Τίποτα πια δεν χαλούσε την διάθεση της. Ούτε το φρικτό σχολείο, ούτε η Μαρίνα που την ζάλιζε με τα μαθήματα. Ο Πάρης απάλυνε τις κοφτερές άκρες όλων εκείνων που την ενοχλούσαν  και την βασάνιζαν για χρόνια. Ήταν τόσο χαρούμενη, που λίγο έλειψε να τα πει όλα στην Μαρίνα, ένα κρύο βράδυ που συζητούσαν φιλικά. Όμως το βλέμμα της Μαρίνας σκοτείνιασε όταν άκουσε ότι μία από τις φίλες της είχε βρει αγόρι. Η Νίκη δεν ήταν βέβαιη, αλλά νόμιζε ότι στα μάτια της διέκρινε μίσος. Αφού λοιπόν βολιδοσκόπησε την κατάσταση, άλλαξε πορεία και διαμαρτυρήθηκε έντονα για την φίλη της που τις παραμελούσε για τον «γκόμενο», όπως είπε περιφρονητικά. Δεν την ένοιαζε πάντως. Πάντα με τον εαυτό της μοιραζόταν τα μυστικά της και τις ελάχιστες χαρές της. Δεν είχε πραγματικά ανάγκη την γνώμη κάποιου άλλου και εξάλλου μόνο τον εαυτό της εμπιστευόταν απόλυτα. Και τον Πάρη φυσικά.

Η Μαρίνα ήταν και αυτή ευτυχισμένη. Η κόρη της είχε έρθει περισσότερο κοντά της. Μιλούσαν ώρες και ανακάλυπταν πράγματα που είχαν κοινά. Γελούσαν με τα ίδια αστεία και λυπόντουσαν με τις ίδιες ταινίες. Στο σχολείο βέβαια, δεν πήγαινε καλά, αλλά η Μαρίνα είχε κουραστεί με αυτόν τον πόλεμο. Εννοείται ότι και αυτό ήταν μέσα στην ατέλειωτη σειρά από τύψεις που την τυραννούσαν. «Αν ήμουν κοντά της από την αρχή, θα ήταν εξαιρετική μαθήτρια. Το ξέρω, είναι πανέξυπνη. Δεν ήμουν όμως ...;» Οι Ερινύες ήταν η καθημερινή συντροφιά της, κυρίως όταν ήταν μόνη. Είχε πειστεί απόλυτα, ότι έφταιγε που η Νίκη ήταν ακατάστατη, είχε αγορίστικα μαλλιά, άκουγε αυτή την φρικτή μουσική και γενικά για ότι κακό και επικίνδυνο συνέβαινε πάνω στην γη. Στην πραγματικότητα, δεν ήθελε να στενοχωρεί για κανένα λόγο την μικρή. Θα την είχε κακομάθει φοβερά, αν η Νίκη ήταν εκμεταλλεύτρια. Δεν θα υπήρχε χατίρι που να μπορούσε να της αρνηθεί. Η σχέση που είχε μαζί της όμως, ήταν δύσκολη όπως όλοι οι μονόπλευροι έρωτες. Η Μαρίνα γινόταν αλοιφή για ένα της χαμόγελο, αλλά η Νίκη ήταν τόσο αυτάρκης που έδειχνε να μην χρειάζεται τίποτα και κανένα.

Πόσο λάθος έκανε! Η κόρη της ήταν απόλυτα παραδομένη στην ευτυχία και είχε σχεδόν εξάρτηση από τον Πάρη, άσχετα αν δεν το παραδεχόταν ούτε στον εαυτό της. Η Μαρίνα δεν το υποψιαζόταν καν. Είχε πονέσει τόσο πολύ από τον δικό της μοναδικό έρωτα, που είχε απορρίψει ακόμα και την ανάμνηση του. Έτσι δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τα σημάδια που χάραζε η πρώτη αγάπη πάνω στην κόρη της.

Ο Πάρης ήταν και αυτός ευτυχισμένος. Η μικρούλα είχε εισχωρήσει στις σκέψεις του και στην ζωή του. Δεν ήταν σίγουρος πως είχε διαπεράσει το σκληρό περίβλημα του, αλλά ήταν εκεί μέσα και του ομόρφαινε τον κόσμο. Το μόνο του πρόβλημα ήταν ότι την Νίκη την είχε ανάγκη όχι μόνο το μυαλό του, αλλά και το σώμα του. Την ήθελε πραγματικά πολύ. Είχε κάνει πολλές φορές sex, αλλά τώρα θα έκανε έρωτα για πρώτη φορά.

Φυσικά, δεν είχε ακουμπήσει άλλη γυναίκα από τότε που τα έφτιαξε μαζί της και τώρα καιγόταν από πόθο κάθε φορά που την άγγιζε. Με δυσκολία συγκρατούσε τον εαυτό του μετά από τα μαραθώνια φιλιά τους. Δεν υπήρχε όμως καμία περίπτωση να την πιέσει ή έστω να πει κάτι για ...;τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε κάθε φορά που το λεπτό κορμί της ακουμπούσε στο δικό του. Ήταν τόσο άμαθη και εύθραυστη. Είχε ορκιστεί ότι δεν θα την στενοχωρούσε ποτέ.

Η Νίκη όντως δεν είχε ιδέα για τους προβληματισμούς που προκαλούσε στον Πάρη. Ήταν απασχολημένη με το δικό της σώμα που φαινόταν να παίρνει τον έλεγχο χωρίς να της δίνει σημασία. Τα φιλιά του την ταξίδευαν και το σώμα του εγκλώβιζε τις σκέψεις της μόνο σε εκείνον. Φυσικά και τον ήθελε πολύ. Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια πράγματα. Την έκανε να τρέμει, να ανατριχιάζει, να λιώνει. Το κυρίαρχο συναίσθημα όμως, δεν ήταν ηδονή, αλλά αγωνία. «Αν με πιέσει; Αν δεν μπορέσει να σταματήσει; Αν το κάνουμε και δεν είμαι καλή;» Και φυσικά ο μεγαλύτερος τρόμος από όλους: «Αν μείνω έγκυος;» Εκεί μαύριζαν όλα. Δεν ήταν αφελής και εννοείται ότι θα έπαιρναν προφυλάξεις, αλλά ήξερε ότι ατυχήματα συμβαίνουν και στους πιο τυχερούς ανθρώπους. Πόσο μάλλον σε εκείνη, που η λέξη τύχη, είχε μόνο ειρωνική σημασία. Δεν σταματούσε να βασανίζεται από σκέψεις, αλλά ντρεπόταν να μιλήσει για αυτά στον Πάρη. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που ένιωθε πραγματικά την έλλειψη μια κολλητής φίλης. Η Μαρίνα δεν πέρασε καν από το μυαλό της.

Ήταν ένα ζεστό ανοιξιάτικο Σαββατόβραδο. Με τον Πάρη είχαν πάει βόλτα στην παραλία. «Σκέφτομαι να πιάσω μια δουλειά τα Σαββατοκύριακα. Θέλω να μαζέψω χρήματα, για να πάρω ένα μηχανάκι. Σιχάθηκα αυτά τα βρωμολεοφωρεία.» «Ναι, καλή ιδέα.» είπε μηχανικά η Νίκη, αλλά κατσούφιασε. «Τι δεν σου αρέσουν οι μηχανές; Μην φοβάσαι, δεν θα τρέχω.» Η Νίκη εκπλησσόταν πάντα που την διάβαζε τόσο καλά. «Δεν είναι αυτό. Απλά το Σαββατοκύριακο βλεπόμαστε πιο πολύ. Θα μου λείπεις.» πρόσθεσε χαμηλόφωνα. Ο Πάρης την αγκάλιασε. «Βρε χαζό, για μας το θέλω το μηχανάκι. Για να πηγαίνουμε όπου θέλουμε, χωρίς να κυνηγάμε διαρκώς αυτά τα καταραμένα λεωφορεία. Εξάλλου, μόνο το πρωί θα δουλεύω. Τα βράδια θα είμαι δικός σου.» την κορόιδεψε χαμογελώντας. Η Νίκη τον φιλοδώρησε με μια ελαφριά γροθιά στον ώμο. «Ναι, ναι όλη η νύχτα θα είναι δική μας. Η Μαρίνα θα ενθουσιαστεί.»

Ο Πάρης σοβάρεψε απότομα. «Θα το ήθελα τόσο πολύ ...;» «Τι πράγμα; Να ενθουσιάσεις την Μαρίνα;» ανταπόδωσε το πείραγμα. Εκείνος όμως δεν γελούσε πια. «Να σε έχω δικιά μου για μια ολόκληρη νύχτα.» Η Νίκη έψαξε τα χείλια του μέσα στο μισοσκόταδο. «Και εγώ το θέλω πολύ.' Άρχισαν να φιλιούνται σαν να τελείωνε ο χρόνος τους πάνω στην γη. Τα χέρια του την έσφιγγαν δυνατά. Βρέθηκαν ξαπλωμένοι πάνω στα βότσαλα, που όμως δεν τα ένιωσαν καθόλου.

Ο Πάρης γλίστρησε το χέρι του κάτω από την μπλούζα της. Η Νίκη ανάσαινε όλο και πιο γρήγορα. Όταν το χέρι του βρέθηκε μέσα στο τζιν της, βόγκηξε ελαφρά. Όλες οι αγωνίες και οι φόβοι της είχαν μετατραπεί σε κομμένες ανάσες, αναστεναγμούς και αγγίγματα. Δεν την ένοιαζε τίποτα πια., μόνο εκείνος. Ο Πάρης ήταν σε χειρότερη κατάσταση , αλλά τελικά συνήλθε πρώτος από την έκσταση. Τράβηξε τα χέρια του και προσπάθησε να ξαναβρεί την ανάσα του. Η Νίκη όμως δεν πήρε τα δικά της χέρια από πάνω του. «Μην σταματάς.» του είπε ξέπνοα. 

Ο Πάρης χρειάστηκε όλη του την δύναμη για να απομακρυνθεί από πάνω της. Σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς την θάλασσα. Για μια τρελή στιγμή, η Νίκη νόμιζε ότι θα βουτούσε στο νερό. Εκείνος όμως, μόνο κοίταξε την θάλασσα και άναψε τσιγάρο. Η Νίκη τακτοποίησε τα ρούχα της και όταν ένιωσε τα πόδια της αρκετά δυνατά για να την κρατήσουν όρθια, πήγε δίπλα του και του έπιασε το χέρι. «Γιατί;» ρώτησε παραπονιάρικα. «Δεν με θες;» Ο Πάρης στράφηκε προς το μέρος της. «Είσαι με τα καλά σου, αγάπη μου; Δεν έχω ξανακάνει ποτέ κάτι τόσο δύσκολο στην ζωή μου όσο το να ...;μην συνεχίσουμε. Αλλά όχι έτσι Νίκη. Όχι εδώ. Σάγαπώ. Δεν θέλω η πρώτη σου φορά να είναι μια ξεπέτα στην παραλία. Θέλω να είναι όμορφα.»

Η Νίκη δεν πίστευε στα αυτιά της. Δεν τον είχε για ρομαντικό. Το μόνο που βρήκε να πει ήταν «Ευχαριστώ.» Ο Πάρης έβαλε τα γέλια με την αμηχανία της. «Παρακαλώ. Πάμε να φύγουμε τώρα, γιατί θα αλλάξω γνώμη.» Η Νίκη τον κοίταξε. «Ε,ε όταν είναι να γίνει, θέλω να βάλεις προφυλακτικό.» «Φυσικά, μωρό μου. Εμείς δεν θα επαναλάβουμε τα λάθη των γονιών μας.» Η Νίκη τον φίλησε χαρούμενη. «Είσαι αδιόρθωτη. Δεν με λυπάσαι καθόλου; Πως θα περπατήσω πονώντας τόσο δρόμο;» Η κοπέλα έσκασε στα γέλια. Ακούμπησε προκλητικά το παντελόνι του και μετά το έβαλε στα πόδια. Ο Πάρης ακολούθησε σιγά, σιγά εκτοξεύοντας απειλές που ακουγόντουσαν σαν υποσχέσεις στα αυτιά της.


Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Κανονικές ζωές;

Γύρισαν στα σπίτια τους την ώρα που υποτίθεται ότι σχόλαγαν. Ο Πάρης μαγείρεψε μια γρήγορη μακαρονάδα για να αποφύγει ένα ακόμα καυγά με τον πατέρα του. Η Νίκη έφαγε ένα γεμάτο πιάτο κολοκυθάκια που σιχαινόταν, για να αποφύγει μια ακόμα συζήτηση με την Μαρίνα.

Ήταν απίστευτα χαρούμενη. Ο Πάρης την ήθελε, θα ήταν μαζί για πάντα, θα γινόταν επιτέλους ευτυχισμένη. Πέρασε το μεσημέρι ονειροπολώντας. Μετά έκανε ένα ντους και για πρώτη φορά σκέφτηκε ότι ήθελε να βάλει μια κρέμα σώματος για να είναι απαλή και μυρωδάτη στα χέρια του Πάρη. Έριξε μια ματιά στα ντουλάπια του μπάνιου, αλλά το μόνο που βρήκε ήταν μια απλή nivea που είχε η Μαρίνα. Ήταν προφανές ότι κανείς δεν την αγκάλιαζε και κανείς δεν άφηνε το πρόσωπο του να ξεκουράζεται στην βάση του λαιμού της. Τι να τις κάνει λοιπόν τις αρωματικές κρέμες; Επίσης η Νίκη συνειδητοποίησε ότι δεν είχε καθόλου χρήματα. Δεν είχαν συζητήσει για χαρτζιλίκι με την Μαρίνα, γιατί πολύ απλά η Νίκη δεν είχε επιθυμήσει τίποτα υλικό μέχρι τώρα και η Μαρίνα δεν το είχε σκεφτεί καν.

Την πλησίασε χαμογελώντας. «Να σου ζητήσω κάτι;» «Φυσικά. Ότι θες.» ενθουσιάστηκε η Μαρίνα. Η Νίκη δεν ζητούσε ποτέ τίποτα. Θα προτιμούσε να πεθάνει από την πείνα, παρά να της ζητήσει έστω και ένα κομμάτι ψωμί. «Χρειάζομαι μερικά πράγματα. Μήπως να πηγαίναμε για ψώνια μαζί;» «Και βέβαια. Θες να πάμε τώρα;» «Ναι, θα γυρίσουμε όμως μέχρι τις 8 έτσι; Γιατί έχω κανονίσει με τα κορίτσια.» «Ναι, καλή μου, δεν θα αργήσουμε.»

Πήγαν μαζί στην πόλη. Η Νίκη της ζήτησε την γνώμη της για την κρέμα σώματος και για τα καινούρια εσώρουχα που πήρε. Η Μαρίνα ήταν ευτυχισμένη. Δεν ήταν καταναλωτικό άτομο, αλλά ήθελε να προσφέρει τα πάντα στην κόρη της και τελικά ήταν όμορφα να κάνουν μαζί ψώνια, ένιωθε σαν να ήταν φιλενάδες. «Αυτά τα κορίτσια που κάνει παρέα άρχισαν να την επηρεάζουν θετικά. Επιτέλους αποφάσισε να γίνει δεσποινίδα . Μέχρι και χρωματιστά εσώρουχα αγόρασε, απίστευτο! Λες να φορέσει και καμιά φούστα;» σκεφτόταν.

Στο δρόμο του γυρισμού, η Νίκη της ανέφερε διακριτικά ότι οι φίλες της έπαιρναν κάποια χρήματα για να περνάνε την εβδομάδα από τους γονείς τους. Η Μαρίνα έπιασε το υπονοούμενο και ντράπηκε που δεν το είχε σκεφτεί. Ήταν τελείως άπειρη σαν μάνα και φαινόταν. «Πρέπει να σκέφτομαι περισσότερο τις ανάγκες της. Δεν της αρέσει να παρακαλάει για τίποτα. Αυτό το έχει πάρει από εμένα.» σκέφτηκε και ήταν αλήθεια. Και οι δυο τους θα προτιμούσαν να μην αποκτήσουν κάτι, όσο και αν το ήθελαν αν έπρεπε να ικετέψουν για αυτό.

Η Νίκη τακτοποίησε γρήγορα τα καινούρια της πράγματα, ρίχνοντας τα μέσα σε ένα συρτάρι για να μην γκρινιάζει για την ακαταστασία η Μαρίνα. Φόρεσε το καινούριο της μαύρο μπλουζάκι που άφηνε ακάλυπτους τους ώμους της και που είχε αγοράσει με πολλές αμφιβολίες. Έφυγε σχεδόν τρέχοντας από το σπίτι.

Η Μαρίνα έμεινε στον καναπέ αγκαλιά με τις γάτες και την χαρά της. Είχαν έρθει πιο κοντά σήμερα με την κόρη της και δεν μπορούσε να σκεφτεί έστω και ένα πράγμα που να επιθυμούσε περισσότερο από αυτό σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το αμφιλεγόμενο μπλουζάκι άρεσε στον Πάρη, γιατί το πρώτο πράγμα που φίλησε μετά από τα χείλη της, ήταν οι αδύνατοι, γυμνοί της ώμοι. Η Νίκη νόμιζε ότι την διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Οι 3 ώρες που είχαν στην διάθεση τους πέρασαν εκνευριστικά γρήγορα, με πολλή κουβέντα.

Τα παιδιά αποκάλυψαν σχεδόν όλα τους τα μυστικά ο ένας στον άλλο. Ήταν παράξενο, γιατί και οι δυο ήταν γενικά λιγομίλητοι άνθρωποι που δεν εμπιστευόταν τους άλλους και δεν μίλαγαν ποτέ για τις ντροπές και τα βάσανα τους. Μεταξύ τους όμως, το τείχος είχε πέσει. Ένιωθαν μια πρωτόγνωρη αίσθηση ασφάλειας και κάτι ζεστό και αφύσικο, που αργά, αργά κατάλαβαν ότι ήταν η παντελώς άγνωστη έννοια της αποδοχής. Χαιρετήθηκαν με ατελείωτα, βασανιστικά φιλιά και την υπόσχεση να βρεθούν ξανά σε λίγες ώρες.

Στο σπίτι η Μαρίνα την περίμενε να φάνε μαζί το βραδινό τους. Βασισμένη στο καλό απόγευμα που είχαν περάσει, πήρε θάρρος και της έκανε ένα τσουβάλι ερωτήσεις. Εκείνη κανονικά θα απαντούσε μονολεκτικά και θα έκοβε απότομα της συζήτηση βροντώντας την πόρτα του δωματίου της, αλλά τώρα δεν μπορούσε να ενοχληθεί από λεπτομέρειες, γιατί δεν ήταν αρκετά δυνατές για να εισχωρήσουν στον παράδεισο της.

Αναγκάστηκε βέβαια να επινοήσει τρεις φίλες, για να ικανοποιήσει την περιέργεια της Μαρίνας. Ήταν η Ελπίδα, η Άννα και η Μαρία. Η Ελπίδα ήταν όμορφη, η Άννα αγαπούσε τα βιβλία και η Μαρία είχε δυο σκυλάκια. Όλες ήταν από «καλές» οικογένειες βέβαια, με ωραία σπίτια και κανονικές ζωές, ακίνδυνες και ιδανικές. Η φιλοδοξία κάθε μητέρας και η απόλυτη ικανοποίηση της Μαρίνας. «Μου αρέσει να κουβεντιάζουμε.» είπε η Μαρίνα και η Νίκη ένευσε καταφατικά. Λίγη ώρα μετά, πήγε επιτέλους στο δωμάτιο της. Ήθελε να μείνει μόνη της για να σκεφτεί τον Πάρη και την ολοκαίνουρια ευτυχία που είχε βρει.

Ο Πάρης ήταν ήδη στο κρεβάτι του, με τα ακουστικά στα αυτιά. Και εκείνος σκεφτόταν την Νίκη. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που ήταν τόσο χαρούμενος. Η Νίκη ήταν απίστευτα όμορφη και καλή. Πραγματικά αναρωτιόταν τι είχε κάνει την πάντα σκληρή του τύχη να του χαμογελάσει έτσι.

Τα παιδιά συναντήθηκαν το πρωί στο σχολείο. Ήταν συνέχεια μαζί και η μόνη ώρα που δεν ήταν ενωμένα τα χέρια τους, ήταν στην διάρκεια του μαθήματος. Στο διάλλειμα αποτελούσαν το πιο ενδιαφέρον θέμα συζήτησης για όλους. Η Νίκη μάλιστα άκουσε και μερικά σχόλια του τύπου «Ταίριαξαν οι δυο γρουσούζηδες, το ζευγάρι της χρόνιας» και άλλα κακεντρεχή. Αυτά όμως, δεν τα ψιθύριζαν ποτέ μπροστά στον Πάρη. Όταν ήταν μαζί, τους κοίταζαν βέβαια, αλλά κανείς δεν τολμούσε να πει τίποτα. Η Νίκη βεβαιώθηκε ότι η αγάπη τους θα τους προστάτευε από τα πάντα.


Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Η σκοτεινή πλευρά



Η Νίκη πήγε στο σχολείο με ανάμικτα συναισθήματα. Από την μία ήθελε πολύ να δει τον Πάρη και από την άλλη φοβόταν ότι θα της έλεγε ότι δεν την θέλει πια. «Τι θα κάνω αν με αφήσει; Εντάξει όχι ότι θα είναι και η πρώτη φορά που με παρατάνε, αλλά ρε γαμώτο νόμιζα ότι του άρεσα και ότι ίσως να ήμασταν καλά μαζί.» σκεφτόταν και έπαιρνε βαθιές ανάσες για να βρει δύναμη.

Την ίδια ώρα ο Πάρης πλησίαζε στο σχολείο, αποφασισμένος. «Θα της πω ότι δεν γίνεται να συνεχίσουμε άλλο, τι να συνεχίσουμε δηλαδή; Δεν προλάβαμε να αρχίσουμε και τίποτα ...;καλύτερα βέβαια. Θα της εξηγήσω ότι δεν φταίει αυτή, αλλά εγώ. Θεέ μου τι βλακείες λέω σαν αντρικό περιοδικό ακούγομαι. Δεν θα της εξηγήσω τίποτα. Μήπως να μην της μιλήσω καθόλου; Όχι δεν γίνεται. Τι να κάνω; Δεν θέλω να την πληγώσω ...;» Την ίδια στιγμή που το σκέφτηκε, συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν αναπόφευκτο. Η Νίκη θα πονούσε ότι και αν έκανε, ότι και αν της έλεγε. Μπροστά στα μάτια του σχηματίστηκε το όμορφο, πληγωμένο προσωπάκι της. Τα μάτια της τον κοίταζαν υγρά.

Σταμάτησε απότομα να περπατάει και μετά άλλαξε κατεύθυνση. Δεν το είχε σκεφτεί καλά τελικά. Δεν θα πήγαινε στο σχολείο σήμερα. Θα έβρισκε μια λύση και μετά θα την αντίκριζε. Ξεφύσηξε ανακουφισμένος και χάθηκε στο στενό δρομάκι που οδηγούσε μακριά από το κέντρο της πόλης.

Η Νίκη πέρασε τις ώρες του σχολείου δύσκολα και βυθιζόταν όλο και πιο στην απογοήτευση. Τον περίμενε όλο το πρωί, αλλά εκείνος δεν φάνηκε. Η τελευταία της ελπίδα ότι θα την περίμενε στο σχόλασμα μαράθηκε και πήρε το λεωφορείο με σκυμμένο κεφάλι. Στο σπίτι μπήκε μπουρινιασμένη και η Μαρίνα την κατάλαβε αμέσως. Δεν της άνοιξε καμία κουβέντα, αλλά μόνο της χάιδεψε φευγαλέα τα μαλλιά, πριν μπει στο δωμάτιο της για τον μεσημεριανό ύπνο.

Την Νίκη την έτρωγε το χέρι της να τηλεφωνήσει στον Πάρη, ή έστω να του στείλει ένα μήνυμα. Τελικά δεν το έκανε. Παρηγορήθηκε κάπως με την μουσική και έκανε μεγάλες προσπάθειες να είναι αισιόδοξη. Φυσικά απέτυχε.

Το βράδυ της ήταν απίστευτα σιωπηλό και πέρασε πολύ αργά. Ο Πάρης δεν έδωσε κανένα σημείο ζωής η ενδιαφέροντος. Η επόμενη μέρα δεν έφερε καμία λύτρωση, γιατί ήταν το ίδιο απογοητευτικά γεμάτη από μια σιωπή που φώναζε όλο και περισσότερο. Όταν ξανάρθε η νύχτα, η Νίκη δεν άντεξε άλλο. Τον πήρε τηλέφωνο, αλλά εκείνος δεν το σήκωσε. Του έστειλε τελικά ένα μήνυμα, ενώ δάκρυα κυλούσαν πάνω στο κινητό της. Αυτά που του έγραψε ήταν διακριτικά, γεμάτα ενδιαφέρον και καθόλου πιεστικά, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση.

Ίδια και απαράλλακτα πέρασε ολόκληρη η εβδομάδα και ακόμα χειρότερα το Σαββατοκύριακο. Η Νίκη σιγουρεύτηκε ότι ο Πάρης δεν ήθελε να την βλέπει στα μάτια του και για αυτό δεν πάταγε στο σχολείο. Δεν τον ενόχλησε ξανά. Βούλιαζε μόνο στην μοναξιά και στα ξαφνικά κλάματα της.

Η Μαρίνα αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που σκοτείνιαζε τόσο πολύ το χλωμό πρόσωπο της κόρης της Νίκης, αλλά δεν τολμούσε να της ρωτήσει. Έκανε ότι συνηθίζουν να κάνουν οι μάνες. Της έφτιαχνε ωραία φαγητά που η κοπέλα μόλις και δοκίμαζε, έστυβε υγιεινές πορτοκαλάδες που ξεχνιόντουσαν στο κομοδίνο της για ώρες και κυρίως την κοιτούσε με κατανόηση. Η Νίκη ίσα που της μίλαγε, αρκετά για να μην υποστεί ανάκριση.

Το πρωινό της Δευτέρας ήταν ηλιόλουστο. Ο Πάρης ήταν αναγκασμένος να πάει στο σχολείο, γιατί θα έμενε από απουσίες. Ευτυχώς, αισθανόταν αρκετά δυνατός για να την αντιμετωπίσει. Έκανε και δυο τσιγάρα έξω ακριβώς από την πόρτα του σχολείου για δύναμη και ανάσα. Ήταν το μόνο πρόσωπο που είδε όταν τελικά μπήκε στην αυλή. Χλωμή, αδυνατισμένη, με ένα ανυπεράσπιστο ύφος που του ράγισε την καρδιά.

Την πλησίασε χωρίς να το θέλει. Η Νίκη σήκωσε τα μάτια της, παρόλο που προσπάθησε να αντισταθεί. Πρόσεξε μια ξεθωριασμένη μελανιά κοντά στο αριστερό του μάτι. «Τι έπαθες; Πονάς;» τον ρώτησε αυθόρμητα, αγγίζοντας απαλά το σημάδι με τα λευκά της δάχτυλα.

Η καλοφτιαγμένη άμυνα του Πάρη, έσπασε σε πολλά μικρά κομμάτια. Δεν ήταν μόνο τα όμορφα πονεμένα μάτια της, αυτό που τον διέλυσε ήταν η καλοσύνη που έβγαζε. Έκατσε δίπλα της εξαντλημένος από την αποκάλυψη. «Είσαι απίστευτο πλάσμα. Μετά από τόσο φτύσιμο, αφού σου φέρθηκα τόσο ελεεινά, εσύ με ρωτάς αν πονάω; Από ποιο υπέροχο πλανήτη έχεις έρθει γλυκιά μου;» Η Νίκη δεν πρόλαβε να απαντήσει, γιατί της έκλεισε το στόμα με ένα φιλί που έκανε τα γόνατα της να τρέμουν και όλο το σχολείο να τους κοιτάει με γουρλωμένα μάτια.

«Πάμε να φύγουμε; Θέλω να μείνουμε μόνοι μας, να σου εξηγήσω.» της είπε σιγανά. Η Νίκη δεν είπε τίποτα. Τα συναισθήματα της που έκαναν τραμπάλα δεν της άφηναν φωνή. Σηκώθηκε όμως πάνω και του χαμογέλασε. Ο Πάρης έπιασε το χέρι της και βγήκαν μαζί από την αυλή, αλεξίσφαιροι στα βλέμματα και στην κακία που σερνόταν πίσω τους.

«Θέλω να σου δείξω ένα μέρος που αγαπάω.» της είπε. Μπήκαν σε ένα σκονισμένο λεωφορείο και λίγη ώρα μετά βρισκόντουσαν στην ακρογιαλιά. Περπάτησαν για λίγο και έφτασαν σε ένα μικρό κολπίσκο, γεμάτο αρμυρίκια. Έκατσαν στην σκιά και εκείνος άρχισε να μιλάει χαμηλόφωνα, κρατώντας της πάντα το χέρι.

«Συγνώμη Νίκη. Δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω, αλλά έπρεπε να γίνει έτσι. Δηλαδή, προσπάθησα ...;δεν κάνω για σένα. Είσαι τόσο αθώα, καλή, σίγουρα δεν σου αξίζει ένα ρεμάλι σαν και εμένα.» «Μα τι λες; Εγώ θέλω ...;» «Θα έπρεπε να μείνω μακριά σου, αλλά ούτε αυτό δεν καταφέρνω. Δεν μπορώ να παριστάνω τον αδιάφορο, ενώ το μόνο που θέλω είναι να σε πάρω αγκαλιά.» «Για αυτό χάθηκες; Εγώ νόμιζα πως δεν με ήθελε, επειδή δεν έχω ...;ποτέ ...; είμαι παράξενη το ξέρω.» «Δεν είσαι παράξενη, υπέροχη είσαι χαζούλα. Αλλά πιστεύω ότι σου αξίζει κάτι καλύτερο. Κάποιος που δεν είναι ήδη κατεστραμμένος στα 17 του.» είπε σκυθρωπός. «Έχεις λάθος εντύπωση για μένα. Και εγώ κουβαλάω πάρα πολλά, δεν είμαι το ευτυχισμένο κοριτσάκι που νομίζεις.»

Ο Πάρης την αγκάλιασε και σταμάτησαν να φιλιούνται μόνο όταν τους κόπηκε η ανάσα. «Τελικά δεν μου είπες, τι έπαθε το μάγουλο σου;» είπε η Νίκη όταν ξαναβρήκε την ικανότητα να αναπνέει. Ο Πάρης άναψε τσιγάρο. «Ο αγαπημένος μου πατερούλης.» είπε λακωνικά. «Γιατί;» «Δεν χρειάστηκε ποτέ δικαιολογία. Έχει δηλώσει βέβαια ότι εγώ φταίω που καταστράφηκε η ζωή του. Από τότε που ήμουν 5 χρονών μου κοπανάει ότι η μάνα μου μας παράτησε, γιατί ήμουν κωλόπαιδο. Όπως βλέπεις και αυτή δεν ήταν καλύτερη. Ποια σκύλα παρατάει το παιδί της;» Η Νίκη γέλασε πικρά και ο Πάρης την κοίταξε παραξενεμένος. «Μην ανησυχείς και η δικά μου δεν είναι καλύτερη. Εσένα έκατσε μέχρι τα 5 σου, εμένα με παράτησε όταν γεννήθηκα. Φαίνεται και εγώ κωλόπαιδο ήμουν ...;» «Και αυτή που μένει μαζί σου ποια είναι;» «Αυτή είναι. Μετά από 17 χρόνια το θυμήθηκε ότι έχει παιδί. Όχι ότι ήθελε δηλαδή. Αναγκάστηκε, γιατί πέθανε αυτή που με μεγάλωσε. Είδες λοιπόν το αθώο κοριτσάκι σου; Όχι και τόσο παραμυθένιος ο πλανήτης μου.» «Μωρό μου.» είπε μόνο και την έσφιξε περισσότερο.

Η Νίκη ένιωθε πολύ παράξενα. Μιλούσε για πρώτη φορά σε κάποιον για αυτά που μισούσε, πράγματα που την βασάνιζαν τόσο πολύ και όμως δεν ένιωθε πόνο. Η αγκαλιά του Πάρη την προστάτευε και την αποστασιοποιούσε από όλα αυτά. Κάπως έτσι ένιωθε και ο Πάρης. Ντρεπόταν για αυτό, αλλά ήταν ανακουφισμένος που η κοπελίτσα είχε γνωρίσει και αυτή την σκοτεινή πλευρά της οικογένειας. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι και μοιράστηκαν τον πόνο τους, αραδιάζοντας τα φοβερά που υπήρχαν στις ζωές τους για ώρες.


Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Ολόκληρες και μισές αλήθειες


Η Μαρίνα περίμενε την Νίκη κρυμμένη πίσω από την κουρτίνα του παραθύρου. Για κάποιο λόγο της φαινόταν ότι αυτό θα την έκανε να επιστρέψει πιο γρήγορα. Μόλις είδε την λεπτή της σιλουέτα να πλησιάζει στην αυλή, γύρισε γρήγορα στον καναπέ και άνοιξε ένα ιατρικό περιοδικό.


«Καλησπέρα, πως πήγε η δουλειά;» ρώτησε με ενδιαφέρον για πρώτη φορά η Νίκη. «Μια χαρά, τίποτα το πολύ σοβαρό, ευτυχώς. Εσύ; Πέρασες ωραία στην βόλτα σου;» «Ναι, πολύ ωραία. Έχουμε γίνει καλές φίλες με τα κορίτσια και διασκεδάζουμε πολύ.» «Χαίρομαι πολύ για σένα Νίκη μου. Οι φίλοι είναι μεγάλο πράγμα. Στο λέει αυτό κάποια που ξέρει.» «Αλήθεια, πως και δεν έχεις φίλες, ή φίλο; Δεν αισθάνεσαι μοναξιά;» «Ξέρεις έχω αλλάξει πολλές φορές τόπο διαμονής και όταν ζεις έτσι δεν είναι εύκολο να διατηρήσεις φιλίες.» είπε η Μαρίνα καθώς σηκωνόταν να βάλει φαγητό. Δεν της ήταν εύκολο να κοιτάει την Νίκη, ενώ της έλεγε μισές αλήθειες. Τι να της πει; Πως δεν άντεχε να μοιραστεί την ιστορία της με κανένα από το φόβο της κριτικής; Ότι είχε χάσει για πάντα την εμπιστοσύνη της στους ανθρώπους;

Η Νίκη φαινόταν να έχει όρεξη για κουβέντα, πράγμα πολύ εντυπωσιακό. Έτσι συνέχισε. «Και από σχέση; Δεν υπάρχει κανένας που να σου αρέσει εδώ; Δεν είναι  ωραία να έχεις ένα ...;σύντροφο;» «Τώρα μάλιστα, τι να της πω; Ότι όλοι οι άντρες είναι καθάρματα; Ότι είναι ζώα που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το σεξ; Ότι ο πατέρας της φταίει για όλη την δυστυχία της ζωής της και της ζωής μου;»  σκεφτόταν η Μαρίνα. «Δεν χρειάζομαι κανένα αφού έχω εσένα. Οι άντρες προκαλούν περισσότερα προβλήματα από ευχαρίστηση, δυστυχώς.» είπε και έβαλε τα πιάτα στο τραπέζι. Στην Νίκη δεν άρεσε καθόλου η τελευταία πρόταση και ήταν εντελώς αντίθετη με το ροζ συννεφάκι που την περιέβαλε. Έτσι έκοψε απότομα την συζήτηση και αφοσιώθηκε στο φαγητό της. Η Μαρίνα είχε χαθεί και αυτή στις δικές της πολύπλοκες σκέψεις και έτσι δεν δυσαρεστήθηκε καθόλου που σταμάτησαν να μιλάνε για αυτό το άβολο θέμα.

Όταν έπεσε για ύπνο η Νίκη ονειρεύτηκε το απίστευτο φιλί με τον Πάρη. Η Μαρίνα είδε στον ύπνο της ότι κάποιος προσπαθούσε να την βιάσει. Ξύπνησε χαράματα, ταραγμένη και τακτοποίησε τα βιβλία της με αλφαβητική σειρά τίτλων για να ξεχαστεί.

Η Νίκη πήρε το λεωφορείο, αλλά δεν συνάντησε τον Πάρη στην στάση. Απογοητεύτηκε αμέσως και φοβήθηκε ότι ίσως εκείνος να μην ερχόταν πάλι στο σχολείο. Τον βρήκε όμως να την περιμένει στην αυλή, φανερά ξενυχτισμένος, με μελανούς κύκλους κάτω από τα όμορφα μάτια του. Όταν της χαμογέλασε όμως φωτίστηκε το πρόσωπο του και μαζί του ολόκληρος ο κόσμος.

Οι άλλοτε ατελείωτες ώρες του σχολείου πέρασαν και πάλι γρήγορα. Η Νίκη δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το σχολείο μπορούσε και να είναι ευχάριστο. Όταν σχόλασαν και πήραν το δρόμο του γυρισμού, η Νίκη δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτα, γιατί όλες τις οι σκέψεις γύριζαν γύρω από το φιλί του αποχαιρετισμού που θα αντάλλασαν με τον Πάρη σε κάποια σκιερή γωνία. Η πραγματικότητα αποδείχτηκε ακόμα καλύτερη από τις προσδοκίες της, γιατί μετά από το φιλί ο Πάρης την κράτησε λίγα δευτερόλεπτα στην αγκαλιά του και της είπε κάτι που άκουγε για πρώτη φορά στην ζωή της. Τα χείλια του κόλλησαν στο αυτί της και της ψιθύρισε: «Το ξέρεις ότι είσαι πολύ όμορφη; Είσαι η ομορφότερη κοπέλα που έχω δει ποτέ.»

Η Νίκη δεν είχε ιδέα για το πώς απαντούν σε ένα κομπλιμέντο ή για το πώς αντέχουν μια καλή κουβέντα και έτσι ξέσπασε σε ένα νευρικό γέλιο. Ο Πάρης την κοίταξε παραξενεμένος. «Γιατί γελάς;» «Αφού μου λες αστεία!» «Τι εννοείς; Μην μου πεις ότι κανένα από τα προηγούμενα αγόρια σου δεν σου έλεγε πως είσαι πανέμορφη;» Η Νίκη ξεροκατάπιε. «Μάλιστα, τώρα πως του λένε ότι όχι μόνο δεν είχα ποτέ αγόρι, αλλά ότι ούτε καν με είχε φιλήσει κανείς πριν από αυτόν;» Το σκέφτηκε λίγο και τελικά αποφάσισε ότι δεν ήταν καλή ιδέα να αρχίζεις μια σχέση με ψέματα. «Ξέρεις, δεν είχα ποτέ αγόρι.» «Σοβαρά μιλάς;» Ο Πάρης σοβάρεψε απότομα και η Νίκη μετάνιωσε αμέσως για αυτό που του είπε. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί ήταν κακό, αλλά όλα τα κορίτσια στο σχολείο της Αθήνας παινευόταν διαρκώς για τα πολλά αγόρια που είχαν πάει. «Μπορεί να με θεωρήσει τελείως φρίκουλο που δεν έχω κάνει σχέση με κανέναν ή μπορεί να σκεφτεί ότι κάτι τρέχει με εμένα και δεν με θέλει κανείς. Όχι ότι θα έχει άδικο ...;»

Ο Πάρης πήρε τα χέρια του από την μέση της και η Νίκη ένιωσε να πονάει πραγματικά. Ήθελε να τον ρωτήσει αν τώρα θα την παράταγε και αυτός, αλλά δεν άντεχε να ακούσει την απάντηση. «Θα βρεθούμε το απόγευμα;» τον ρώτησε δειλά, για να ακούσει αυτό που ήδη ήξερε. «Δεν μπορώ σήμερα, αλλά θα τα πούμε αύριο στο σχολείο.» «Εντάξει.» απάντησε η Νίκη, προσπαθώντας να μην απογοητευθεί τελείως. Χώρισαν κάπως απότομα και γύρισε για να τον δει να απομακρύνεται βιαστικά. Εκείνος δεν κοίταξε πίσω.

Η Νίκη μπήκε στο σπίτι τυλιγμένη στην σιωπή της και ευτυχώς η Μαρίνα που είχε αρχίσει να την μαθαίνει λίγο, κατάλαβε ότι δεν ήθελε κουβέντα και έτσι την άφησε ήσυχη. Όταν μπήκε στο δωμάτιο της έβαλε κατευθείαν το iPod στα αυτιά της και ένα σωρό μαύρες σκέψεις στο κεφάλι της. Την ίδια ώρα ο Πάρης ήταν και εκείνος πολύ σκεφτικός. «Λάθος, λάθος, Δεν έπρεπε να μπλέξω μαζί της. Πόσο ηλίθιος είμαι τελικά; Έπρεπε να το καταλάβω ότι είναι τελείως κοριτσάκι. Πρέπει να απομακρυνθώ όσο είναι καιρός. Δεν θα το συνεχίσω αυτό. Είναι άδικο.» μονολόγησε και έκλεισε αποφασιστικά το κινητό του.


Η Νίκη ξύπνησε το απόγευμα ακόμα πιο κακοδιάθετη, γιατί το κινητό της ήταν βουβό όπως το άφησε όταν την πήρε τελικά ο ύπνος. Είδαν ένα DVD που πρότεινε εκείνη μαζί με την Μαρίνα, γιατί δεν άντεχε να συζητήσει οτιδήποτε μαζί της. Ευτυχώς η Μαρίνα δέχτηκε την ανώδυνη λύση. Όταν ήρθε η νύχτα η Νίκη, άργησε πολύ να κοιμηθεί. Σκεφτόταν διαρκώς τον Πάρη. Ήθελε πάρα πολύ να του στείλει ένα μήνυμα, αλλά δεν ήξερε αν ήταν καλή ιδέα. Τελικά δεν έκανε τίποτα. Αναπολούσε μόνο, ότι είχαν κάνει μαζί και αποθήκευε όλους τους διαλόγους και τις μικρές λεπτομέρειες στο μυαλό της για την πολύ πιθανή περίπτωση να έμενε μόνο με τις αναμνήσεις της.


Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

Το φιλί

Το πρωί η Μαρίνα της έφερε πρωινό στο κρεβάτι και της είπε ότι δεν χρειαζόταν να πάει σχολείο, αν δεν ήθελε. Η Νίκη δεν περίμενε ποτέ κάτι τέτοιο από την Μαρίνα και της χαμογέλασε χωρίς καν να το σκεφτεί. «Ε, όχι μωρέ, καλύτερα να πάω.» της απάντησε, γιατί έλπιζε ότι θα έβλεπε τον Πάρη.


«Νίκη μου, θέλω να σου μιλήσω. Όχι για το σχολείο, ούτε θέλω να σου κάνω παρατήρηση για κάτι άλλο. Θέλω να σου εξηγήσω κάποια πράγματα, που δεν γνωρίζεις. Δεν ήθελα να σε αφήσω, αναγκάστηκα. Σε αγαπώ και θέλω να είμαστε καλά μαζί.» είπε η Μαρίνα με μια ανάσα, γιατί φοβόταν μήπως την διακόψει η Νίκη ή ακόμα χειρότερα μήπως την πάρουν πάλι τα κλάματα.

Η Νίκη δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν είχε καμία όρεξη για τέτοιου είδους συζητήσεις και μάλιστα πρωί, πρωί. Από την άλλη βέβαια, δεν μπορούσε και να της μιλήσει απότομα, μετά από τα χθεσινοβραδινά γεγονότα. Ξεροκατάπιε, σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι και μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της; «Εντάξει, να μιλήσουμε, αλλά όχι τώρα. Θα σου πω πότε μπορώ.» Η Μαρίνα έγνεψε καταφατικά. Ήξερε ότι αν την πίεζε λίγο παραπάνω την λάθος στιγμή, θα την έχανε ξανά.

Η Νίκη ετοιμάστηκε γρήγορα για το σχολείο και δεν άφησε την Μαρίνα να την πάει με το αυτοκίνητο, γιατί φοβόταν ότι θα άρχιζε την επικίνδυνη κουβέντα στην διαδρομή. «Τουλάχιστον θα έχω ησυχία στο σχολείο και όχι δακρύβρεχτα ψέματα να αντιμετωπίσω.» σκεφτόταν καθώς έμπαινε στην σχολική αυλή. Τότε τον είδε. Ήταν εκεί, χλωμός με τα καστανά μαλλιά του να πλαισιώνουν το όμορφο πρόσωπο του, όπως πάντα. Δεν το σχεδίασε, ούτε το σκέφτηκε. Δεν μπόρεσε καν να κρατήσει το άνετο ύφος της. Απλά πήγε κοντά του χαμογελώντας.

Ο Πάρης τράβηξε την τσάντα από δίπλα του για να της κάνει χώρο να κάτσει. Όταν η Νίκη έκατσε δίπλα του ένιωσε όλα τα μάτια να γυρνάνε κατά πάνω τους. Ο Πάρης το πρόσεξε και εκείνος και άρχισε να γελάει. «Θες να τους σοκάρουμε κι άλλο;» Η Νίκη του είπε ναι, άλλωστε αυτή θα ήταν η απάντηση της σε ότι και αν της ζήταγε. Τα μάτια του την ζάλιζαν. Τότε εκείνος έσκυψε και την φίλησε απαλά στο μάγουλο. Όλοι οι συμμαθητές τους σταμάτησαν να μιλάνε και έμειναν να τους κοιτούν. Η Νίκη ήθελε πάρα πολύ να ουρλιάξει από την χαρά της, αλλά κατάφερε να συγκρατηθεί. Έκανε όμως κάτι άλλο, που λαχταρούσε καιρό, χωρίς να ξέρει που βρήκε τόσο θάρρος. Χάιδεψε απαλά τα μακριά, μεταξένια μαλλιά του. Ο Πάρης της χαμογέλασε πάλι και ήταν σίγουρη ότι θα λιποθυμούσε, αλλά δεν πρόλαβε, γιατί χτύπησε το κουδούνι. Μπήκαν μαζί στην τάξη, αλλά η Νίκη ήταν σίγουρη ότι είχαν μπει σε κάποια άλλη διάσταση, γιατί όλα ήταν εύκολα και πλημμυρισμένα με ένα παράξενο φως.


Όλες οι ώρες των μαθημάτων πέρασαν σε αυτή την γλυκιά ατμόσφαιρα, διανθισμένες από τον κρυφό διάλογο που έκαναν ανάμεσα στις μουτζούρες του θρανίου, όποτε μπορούσαν. Όταν σχόλασαν πήραν μαζί το λεωφορείο και δεν σταμάτησαν να μιλάνε καθόλου. Όταν έφτασαν στο χωριό, λίγο πριν χωριστούν ο Πάρης της είπε: «Δεν θέλω να περιμένω μέχρι το σαββατοκύριακο για να σε δω, μπορούμε να βρεθούμε το απόγευμα;» «Ναι, ναι, μπορούμε. Κατά τις 7;» «Ναι, ας βρεθούμε εδώ, στην στάση του λεωφορείου, εντάξει;»
«Ναι, γεια.»

Η Νίκη γύρισε στο σπίτι ευτυχισμένη. Έφαγαν μαζί με την Μαρίνα και μετά εκείνη έφυγε για να επισκεφτεί τους ασθενείς της, αφήνοντας την Νίκη να ψάχνει να βρει τι θα φορέσει το βράδυ. Τελικά κατέληξε στην κατάλληλη μαύρη στολή. Μετά ξάπλωσε, αλλά δεν μπόρεσε να κοιμηθεί, γιατί σκεφτόταν συνέχεια πως θα πέρναγαν το βράδυ τους.
Τελικά η πολυπόθητη ώρα έφτασε. Η Μαρίνα δεν είχε γυρίσει ακόμα και έτσι της άφησε ένα σημείωμα που τις έλεγε ότι θα πάει βόλτα με τις φίλες της. Αυτό την βόλευε, γιατί δεν της άρεσε ιδιαίτερα να λέει ψέματα στα μούτρα του άλλου.

Ο Πάρης ήταν ήδη εκεί και την περίμενε, ντυμένος και αυτός στα μαύρα, όπως πάντα. Πήραν το γνωστό λεωφορείο και κατέβηκαν στην πόλη. Της πρότεινε να περπατήσουν λίγο και μετά να κάτσουν για καφέ. Την Νίκη δεν θα την ένοιαζε ακόμα και αν της πρότεινε να κεντήσουν. Καθώς περπατούσαν, της έπιασε απαλά το χέρι, κοιτάζοντας την ταυτόχρονα στα μάτια για να πάρει την έγκριση της . Η Νίκη κοκκίνισε, αλλά κατάφερε να του κάνει ένα σφίξιμο αποδοχής  στο χέρι. Συνέχισαν να περπατούν ευτυχισμένοι μην δίνοντας καμία σημασία στον κόσμο γύρω τους. Συζητούσαν για διάφορα θέματα με πολλή άνεση. Έκατσαν να ξεκουραστούν σε ένα σκοτεινό παγκάκι κάτω από ένα ψηλό δέντρο. Κάποια στιγμή η Νίκη δεν άντεξε και  τον ρώτησε. «Τι είχες και δεν ήρθες στο σχολείο τόσες μέρες;» Ο Πάρης αιφνιδιάστηκε από την ερώτηση. Έσκυψε το κεφάλι και κοίταγε με
προσήλωση τις μπότες του. «Ωχ, βλακεία έκανα.» σκέφτηκε η Νίκη. «Λες να τσαντιστεί τώρα και να μην θέλει να με ξαναδεί;» «Τίποτα μωρέ, οικογενειακά προβλήματα. Δεν θες να ακούσεις δυσάρεστες ιστορίες ...;» «Σε καταλαβαίνω. Και εγώ έχω προβλήματα με την ...;κηδεμόνα μου.» «Θα τα πούμε όλα κάποτε, αλλά τώρα δεν θέλω να χαλαστούμε, περνάμε τόσο ωραία μαζί, δεν συμφωνείς;» «Ναι, πολύ. Έχεις δίκιο, δεν μπορώ να μιλήσω εύκολα για ...;αυτά ξέρεις, αλλά μαζί σου νιώθω άνετα.» είπε η Νίκη κοιτάζοντας τον ντροπαλά στα μάτια. «Εγώ μαζί σου νιώθω υπέροχα. Είναι παράξενο, αλλά νομίζω ότι σε ξέρω χρόνια.»


Η Νίκη δεν είχε την ευκαιρία να του πει ότι και εκείνη ένιωθε ακριβώς έτσι, γιατί ο Πάρης άρχισε να την φυλάει με ένα αργό, επίμονο φιλί που την έκανε να νιώσει ότι είχε λιώσει και χυνόταν σταδιακά κάτω από το ξύλινο παγκάκι. Όταν το φιλί σταμάτησε, απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλο και έμειναν και οι δυο σιωπηλοί. Η Νίκη ένιωθε μια απίστευτη ευτυχία και έναν παράξενο φόβο. Δεν ήταν και λίγο να αφήνει κάποιον να έρθει τόσο κοντά της, αυτή που δεν ήθελε να την ακουμπούν ούτε στο σώμα, ούτε και στην καρδιά. Και αν την πλήγωνε; Ο Πάρης ευτυχώς ξανάρχισε να μιλάει. Κάπως πιο χαμηλόφωνα, σαν να μην ήταν σίγουρος και αυτός, αλλά τουλάχιστον βρήκε να πει διάφορα για να τους βγάλει από την αμηχανία που τους περιτριγύριζε.


Λίγο αργότερα γύρισαν στο χωριό, αντάλλαξαν άλλο ένα υπέροχο φιλί και ξαφνικά η Νίκη δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ακριβώς φοβόταν. Ο Πάρης ήταν ακόμα σκεφτικός, αλλά είχε καιρό να νιώσει τόσο όμορφα. Προσπάθησε να μην σκέφτεται την τελευταία φορά που είχε κάνει σχέση με κοπέλα και όλα είχαν καταλήξει σε μια θάλασσα δακρύων. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του με τα ρούχα και άναψε ένα τσιγάρο, μήπως και φωτίσει κάπως την νύχτα.


Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Το τηλέφωνο

Το πρωί η Νίκη πήγε στο σχολείο με καλή διάθεση και μια σταγόνα περισσότερη αισιοδοξία. Μέχρι που σήκωσε το χέρι της και απάντησε σε μια ερώτηση που έκανε ένας καθηγητής που δεν μισούσε ιδιαίτερα. Ο Πάρης βέβαια δεν εμφανίστηκε, αλλά η Νίκη δεν το περίμενε και έτσι δεν απογοητεύτηκε πραγματικά.

Το μεσημεράκι, καθώς έτρωγαν με την Μαρίνα, χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού, ταράζοντας την ησυχία. Η Νίκη πετάχτηκε πάνω με κρυφή ελπίδα, αλλά ξανακάθισε σχεδόν αυτόματα, καθώς συνειδητοποίησε ότι ο Πάρης δεν είχε το νούμερο του σπιτιού. Η Μαρίνα πάλι κοίταξε παραξενεμένη το τηλέφωνο που δεν χτυπούσε σχεδόν ποτέ. Οι ασθενείς της την έπαιρναν πάντα στο κινητό. Μετά από έναν στιγμιαίο δισταγμό αποφάσισε να το σηκώσει και να σταματήσει να δυσανασχετεί με οτιδήποτε της τάραζε το αυστηρό της πρόγραμμα και την άνετη σιωπή που την περιτριγύριζε.

Η Νίκη συνέχισε να μασουλά αδιάφορη χωρίς να δίνει καμία σημασία στις κοφτές απαντήσεις της Μαρίνας, ούτε και στον τόνο της που ακουγόταν ιδιαίτερα σοβαρός, «Πρέπει να μιλήσουμε.» είπε η Μαρίνα με μάλλον δυσάρεστο ύφος. Η κοπέλα σήκωσε το κεφάλι της και παράτησε αμέσως το πιρούνι της, μπαίνοντας ενστικτωδώς σε στάση άμυνας, Ήξερε ότι αυτή η φράση δεν προμήνυε τίποτα καλό. Κάπως έτσι άρχιζε τα κηρύγματα η μητέρα της, δηλαδή η γυναίκα που την είχε μεγαλώσει. Ποτέ δεν πήγαιναν καλά οι συζητήσεις τους, κυρίως γιατί δεν ήταν συζητήσεις, αλλά μεγάλες αλληλουχίες από κατηγόριες και παράπονα.

«Νίκη, στο τηλέφωνο ήταν η διευθύντρια του Λυκείου σου. Μήπως φαντάζεσαι τι με ήθελε;» «Να σε συγχαρεί για το γούστο μου στα ρούχα;» «Άσε τις ειρωνείες σε παρακαλώ, το ζήτημα είναι σοβαρό. Μου είπε ότι οι επιδόσεις σου στα μαθήματα είναι επιεικώς άθλιες! Σου έδωσε ένα χρονικό διάστημα να προσαρμοστείς, αλλά εσύ είσαι τελείως αδιάφορη, δεν προσπαθείς καν.» «Και αύτη τι την νοιάζει; Μην μου πεις ότι την πήρε ο πόνος;» «Παιδί μου ενδιαφέρεται για εσένα, όσο και αν δεν το πιστεύεις. Τι συμβαίνει, γιατί δεν κάνεις μια προσπάθεια; Από τους βαθμούς και τις γνώσεις σου εξαρτάται το μέλλον σου, δεν το καταλαβαίνεις;» «Ναι, σιγά. Αυτά θα με σώσουν ...;» «Πρέπει να σπουδάσεις, δεν το καταλαβαίνεις; Τι θα κάνεις στην ζωή σου αγράμματη;» «Θα παίζω κιθάρα σε μέταλ συγκρότημα, εντάξει; Ικανοποιήθηκες τώρα;» είπε η Νίκη ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της. Τότε η Μαρίνα εκνευρίστηκε πολύ και έχασε την ψυχραιμία της και ξεστόμισε την λάθος φράση. «Τι θα πει ο κόσμος; Η κόρη μου να μείνει στην ίδια τάξη; Γιατί αυτό θα συμβεί αν συνεχίσεις έτσι!» «Ο κόσμος! Αυτό σε ενδιαφέρει έτσι; Και ποια είναι αυτή η κόρη σου για την οποία μιλάς; Ήσουν στην ζωή της τόσα χρόνια; Ή μήπως δεν σε ενδιέφερε επειδή δεν το ήξερε ο κόσμος για να σε κακοχαρακτηρίσει;» «Δεν μπορείς να μου μιλάς έτσι, είμαι η» «Μην τολμήσεις να το πεις! Δεν είσαι τίποτα για μένα, όπως δεν ήσουν ποτέ. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου πεις τι θα κάνω!»  

Η λέξη «τίποτα» καρφώθηκε στην καρδιά της Μαρίνας και της έκοψε την ανάσα. Άρχισε να κλαίει με λυγμούς μην μπορώντας να συγκρατηθεί. Η Νίκη που περίμενε την επόμενη ατάκα για να συνεχίσει την μάχη, έμεινε άναυδη. Σίγουρα δεν περίμενε τέτοια αντίδραση από την ψυχρή Μαρίνα. Ξαφνικά η επιθυμία της να την πληγώσει συρρικνώθηκε και έγινε σχεδόν αόρατη πάνω στο χαλί. Τρομοκρατήθηκε όμως, όταν ένιωσε και τα δικά της μάτια υγρά. Αυθόρμητα άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω από το σπίτι. Άρχισε να τρέχει και σταμάτησε μόνο αισθάνθηκε ασφαλής. Το σπίτι δεν μπορούσε πια να την δει, ούτε να την κάνει να νιώσει πράγματα που δεν ήθελε.


Η Μαρίνα συνέχισε να κλαίει κουλουριασμένη στο χαλί, με τις γάτες να έχουν μαζευτεί ανήσυχες γύρω της. Είχε πολλά χρόνια να κλάψει με  λυγμούς. Και την τελευταία φορά που είχε συμβεί, πάλι για την Νίκη έκλαιγε. Όταν δεν μπορούσε πια να αναπνεύσει από το κλάμα, σηκώθηκε και μπήκε στο ντους αφήνοντας το νερό να παρασύρει την θλίψη της και πετώντας για πρώτη φορά στην ζωή της τα ρούχα της κουβαριασμένα στο πάτωμα. Σιγά, σιγά ηρέμησε. «Δεν έπρεπε να χάσω την ψυχραιμία μου. Δεν έπρεπε να δείξω τέτοια αδυναμία.» μονολόγησε, έξαλλη με τον εαυτό της. Μετά έβαλε τα ρούχα της στο πλυντήριο και καθάρισε το μπάνιο μέχρι που δεν είχε καμιά άλλη επιλογή από το να αστράψει. Αμέσως έβγαλε την ηλεκτρική σκούπα και άρχισε να σκουπίζει διώχνοντας την σκόνη και τις σκέψεις.

Κάποια στιγμή, η Μαρίνα συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να σουρουπώνει και η Νίκη δεν είχε γυρίσει ακόμα. «Το παιδί! Που να είναι τόσες ώρες;» ρώτησε τα γατιά, αλλά εκείνα δεν είχαν απάντηση. Έβγαλε την κολλαριστή ποδιά και φόρεσε το παλτό της, γιατί έκανε ψύχρα. Τότε είδε ότι και το μπουφάν της Νίκης κρεμόταν έρημο στον τοίχο. Το έπιασε τρυφερά, σαν να το αγκάλιαζε και βγήκε βιαστικά.

Η Νίκη είχε μετανιώσει πικρά που δεν είχε πάρει το κινητό της. Θα μπορούσε τουλάχιστον να είχε πάρει τηλέφωνο τον Πάρη. Ήταν σίγουρη ότι θα την βοηθούσε, με κάποιο τρόπο. Είχε περπατήσει μέσα στον κάμπο βρίζοντας και κλοτσώντας πέτρες μέχρι που βαρέθηκε. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν σε ένα μέρος που δεν γνώριζε καθόλου και δεν είχε ιδέα προς τα πού ήταν το σπίτι της. Άρχισε να κάνει και κρύο. Γύρω της δεν υπήρχαν σπίτια, ούτε και άνθρωποι για να ρωτήσει που έπρεπε να πάει. Ήταν παιδί της πόλης και αγριευόταν μόνη της στην φύση που φαινόταν όλο και πιο απειλητική όσο έφευγε το φως. Μετά άρχισε να σκέφτεται τα θρίλερ που είχε δει και που σχεδόν πάντα περιείχαν μια κοπελίτσα που έτρεχε πανικόβλητη στο δάσος και έναν μανιακό που την κυνηγούσε κρατώντας κάτι αιχμηρό.
Εδώ δεν υπήρχε δάσος, αλλά ποτέ δεν ξέρεις όσον αφορά τους μανιακούς.

Γύρισε προς τα πίσω, άλλα δεν ήταν σίγουρη από πού είχε έρθει. Τώρα ξεπάγιαζε και είχε αρχίσει να φοβάται σοβαρά. Άνοιξε το βήμα της και άρχισε να τραγουδάει από μέσα της για να πάρει δύναμη. Όταν όμως σκοτείνιασε, τα χρειάστηκε για τα καλά. Τελικά έκατσε πάνω σε ένα μικρό βράχο για να σκεφτεί τι να κάνει. Αυτό όμως αποδείχτηκε λάθος κίνηση γιατί ένιωσε το κρύο να την διαπερνά και την απελπισία να την τυλίγει. Ξανάρχισε να περπατά, αλλά κρύωνε πολύ. Άκουσε ένα ξερό κρότο πίσω της, σαν από κλαδιά που σπάζουν. Η Νίκη ανατρίχιασε.
Άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα της επέτρεπαν τα παγωμένα πόδια της. Ήταν σίγουρη ότι κάποιος έτρεχε πίσω της. Όταν σχεδόν της είχε κοπεί η ανάσα από τον τρόμο και το τρέξιμο είδε μια σειρά από φώτα και κατάλαβε ότι πλησίαζε σε κάποιο κεντρικό δρόμο.

Αναθάρρησε λίγο και έτρεξε προς τα εκεί. Τόλμησε να κοιτάξει πίσω της και της φάνηκε πως είδε μια μεγάλη σκιά να την ακολουθεί. Έβγαλε μια κραυγή και βγήκε επιτέλους στο δρόμο. Ένα αυτοκίνητο ερχόταν από μακριά. Η Νίκη άρχισε να κουνάει τα χέρια της γεμάτη ελπίδα. Το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα λίγα μέτρα πριν από αυτήν. Μια γυναίκα πετάχτηκε έξω και έτρεξε πάνω της. Η Νίκη μόλις που πρόλαβε να αναγνωρίσει την Μαρίνα πριν εκείνη την αγκαλιάσει σφιχτά. «Μαμά, κάποιος με ακολουθεί!» φώναξε πριν την πνίξει η Μαρίνα στα φιλιά. «Τι; Δεν βλέπω κανένα, αλλά ας μπούμε γρήγορα στο αμάξι.» είπε και έτσι έκαναν.  Όταν έφτασαν σε ένα κεντρικό σημείο η Μαρίνα έκανε στην άκρη και αγκάλιασε ξανά την Νίκη που έτρεμε. «Τρόμαξα τόσο πολύ αγάπη μου! Νόμιζα ότι κάτι έπαθες.» «Συγνώμη.» «Δεν χρειάζεται να μου πεις συγνώμη. Εγώ σε στενοχώρησα. Δεν έχει σημασία όμως. Το μόνο που έχει σημασία είναι ότι σε βρήκα και είσαι καλά. Πάμε σπίτι μας τώρα, ελπίζω να μην κρύωσες.» είπε και άναψε ξανά την μηχανή.


Η Νίκη ήταν ακόμα σοκαρισμένη από την περιπέτεια της και πολύ μπερδεμένη. Αισθανόταν πολύ παράξενα. Φόβο που ξεθώριαζε, ανακούφιση και το πιο περίεργο από όλα, η αγκαλιά της Μαρίνας δεν την ενοχλούσε καθόλου. Σχεδόν της άρεσε. Όταν έφτασαν σπίτι, η Μαρίνα την έβαλε να κάνει ένα ζεστό μπάνιο και την υποχρέωσε να πάρει βραδινό στο κρεβάτι. Όση ώρα έτρωγε την κοιτούσε τρυφερά και είχε το χέρι της ακουμπισμένο πάνω στο γόνατο της. Η Νίκη ήθελε να της πει πολλά πράγματα, αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Τελικά δεν είπε τίποτα. Ακόμα και το «ευχαριστώ» είχε σφηνώσει στο λαιμό της.
Όταν όμως η Μαρίνα την καληνύχτισε και έσβησε το φως η Νίκη ξέσπασε στα κλάματα που συγκρατούσε όλο το απόγευμα. Αυτό που ξύπναγε μέσα της ήταν πολύ πιο τρομακτικό από όλα τα φανταστικά ή πραγματικά πράγματα που την κυνηγούσαν. Τα δάκρυα της όμως στέγνωσαν γρήγορα και η αίσθηση που της έμεινε ήταν μια ζεστασιά, παράξενη και ανεξερεύνητη ακόμα.


Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

Πρώτο μήνυμα



Η Νίκη έκατσε μόνη της  στο πιο απομονωμένο σημείο της αυλής. Δεν μπορούσε να χωνέψει αυτό που μόλις είχε μάθει. «Ίσως για αυτό συμπεριφερόταν τόσο περίεργα. Και τα μάτια του ήταν λίγο κόκκινα. Αμάν αυτή η τύχη μου ρε γαμώτο ...;ένας άνθρωπος μου άρεσε και μένα και είναι προβληματικός τελικά. Δεν πρέπει να μπλέξω μαζί του. Δεν πρέπει. Από την άλλη όμως, δεν ξέρω αν λέει αλήθεια αυτή η κότα. Ποιος ξέρει και για μένα τι λένε εδώ! Ίσως δεν τον καταλαβαίνουν, επειδή είναι διαφορετικός.» Ήταν τόσο απορροφημένη από τις έντονες σκέψεις της, που δεν άκουσε το κουδούνι. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι η αυλή είχε αδειάσει.

«Τώρα δεν έχει κανένα νόημα να μπω μέσα, ίσα, ίσα για να ακούσω την κατσάδα.» σκέφτηκε συνηθισμένη από το σχολείο της στην Αθήνα, που κανείς δεν έδινε σημασία στους απόντες που άραζαν στην αυλή για να χαλαρώσουν ή να φλερτάρουν, όταν δεν είχαν διάθεση για μάθημα. Μια στριγγιά φωνή όμως την έβγαλε από την πλάνη. «Τι νομίζεις ότι κάνεις εκεί; Δεν ακούς το κουδούνι; Τσακίσου μέσα γρήγορα.» την διέταξε.

Έτσι η Νίκη μπήκε αργοπορημένη στην τάξη και φυσικά άκουσε και εκεί ένα μακρόσυρτο διδακτικό κήρυγμα σχετικά με τους υπεύθυνους μαθητές και τους αργόσχολους ανθρώπους. Μετά την άφησαν ήσυχη και βυθίστηκε και πάλι στα διλλήματα που την απασχολούσαν. Όταν τελικά σχόλασαν, η Νίκη είχε ήδη πείσει τον εαυτό της ότι ο Πάρης άξιζε τον κόπο. «Στην τελική ποια είμαι εγώ που θα τον κρίνω; Μήπως δεν έχω και εγώ ένα τσουβάλι προβλήματα; Φαίνεται τόσο καλός και στο κάτω, κάτω είναι ο μόνος που με καταλαβαίνει.

Μόλις μπήκε στο λεωφορείο, άρχισε να σκέφτεται να του στείλει ένα μήνυμα. Έγραψε και έσβησε αρκετά μέχρι να βρει κάτι που να είναι cool, φιλικό -αλλά όχι πολύ- να δείχνει ενδιαφέρον χωρίς να πιέζει και το πιο σημαντικό από όλα, να τον κάνει να θέλει να απαντήσει. Τελικά κατέληξε σε αυτό: «Γεια. Νόμιζα  ότι θα σε έβλεπα σήμερα στο σχολείο. Ελπίζω να είσαι καλά. Πέρασα πολύ όμορφα προχθές.»  Το έστειλε καρδιοχτυπώντας, αλλά η αναφορά του μηνύματος της αποκάλυψε ότι ο Πάρης δεν το είχε πάρει.

Μπήκε στο σπίτι της σιωπηλή και έφαγε παρέα με την Μαρίνα και τις γάτες. Το κινητό της το είχε στην δόνηση και δεν το έβγαζε καθόλου από πάνω της. Μέχρι το βράδυ όμως, ο Πάρης δεν είχε ανοίξει το κινητό του και η απογοήτευση της μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Τελικά έπεσε για ύπνο. Γύρω στις 2 όμως, εκεί που έβλεπε ένα φρικτό εφιάλτη στον οποίο όμορφοι μακρυμάλληδες την κυνηγούσαν με κραδαίνοντας αιματοβαμμένες σύριγγες, ξύπνησε απότομα από τον ήχο του μηνύματος στο κινητό της.

«Και εγώ ανυπομονούσα να σε δω, αλλά δεν είμαι πολύ καλά και δεν ξέρω πότε θα έρθω στο σχολείο. Μου λείπεις.» Η Νίκη ανακάθισε απότομα στο κρεβάτι της, μην μπορώντας να πιστέψει στα μάτια της. Το λακωνικό μήνυμα ήταν το πρώτο ερωτικό ραβασάκι που είχε λάβει στην ζωή της. Ενθουσιάστηκε τόσο, που το διάβασε 20 φορές στην σειρά! Επίσης, ξέχασε αυτόματα όλα τα δυσάρεστα που της είχαν πει για εκείνον. Το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι του άρεσε. Επιτέλους άρεσε σε κάποιον, έλειπε σε κάποιον!

Έμεινε ξύπνια για ώρες χαμογελώντας στο σκοτάδι και στο μέλλον, που επιτέλους φαινόταν λιγότερο ζοφερό.


Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

Πληροφορίες

Η Νίκη ξάπλωσε στο κρεβάτι της, αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Χιλιάδες σκέψεις και ερωτήσεις έτρεχαν μέσα στο κεφάλι της, μιλώντας ασταμάτητα. Ήθελε πάρα πολύ να μοιραστεί την πρωτόγνωρη εμπειρία του ραντεβού με κάποιον. Πόσο της έλειπε τώρα η κολλητή φίλη που δεν είχε ποτέ.

Δεν είχε ιδέα αν τελικά άρεσε στον Πάρη. «Ίσως είμαι πραγματικά βαρετή. Μπορεί να με πρόσεξε καλύτερα τώρα και να αποφάσισε ότι δεν αξίζει τον κόπο. Τι κρίμα και νόμιζα ότι περνούσαμε τόσο ωραία.» σκεφτόταν. Τελικά όλες αυτές οι αναρωτήσεις την κούρασαν τόσο που αποκοιμήθηκε με το ipod στα αυτιά της , ως συνήθως.

Το πρωί ξύπνησε νωρίς και με κακή διάθεση και δεν βγήκε για πολλή ώρα από το δωμάτιο της, γιατί δεν ένιωθε έτοιμη να αντιμετωπίσει την Μαρίνα που σίγουρα θα της έκανε κήρυγμα. Η Μαρίνα ήταν αρκετά ψύχραιμη και αποφασισμένη να αντιμετωπίσει ήρεμα την Νίκη. Αφού η Νίκη έφαγε πρωινό, της πρότεινε να την βοηθήσει αν ήθελε στον κήπο. Η Νίκη δέχτηκε γιατί δεν ήθελε να προκαλέσει άλλες ερωτήσεις και ούτως ή άλλως η ώρα δεν περνούσε με τίποτα.

Ρίχτηκαν στην σκληρή δουλειά της κηπουρικής, αμίλητες. Όταν τελείωσαν τα σκαψίματα η Νίκη είχε κουραστεί τόσο που είχε ξεχάσει σχεδόν την χθεσινή της απογοήτευση. Το κινητό της όμως που ήταν άλαλο, της θύμισε και πάλι τον προβληματισμό της. «Ίσως δεν θέλει να μου δείξει πως του αρέσω, γιατί πιστεύει ότι έτσι κάνουν οι άνδρες. Τι βλαμμένοι που είναι! Δεν πειράζει. Αύριο που θα τον δω στο σχολείο, ίσως καταλάβω περισσότερα.» σκέφτηκε σε μια προσπάθεια να πείσει τον εαυτό της ότι δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα.

Προσπάθησε να περάσει όσο καλύτερα μπορούσε την ημέρα της, πράγμα μάλλον δύσκολο με την Μαρίνα μέσα στο σπίτι. Δεν της έκανε τελικά καμία ερώτηση, ούτε κανένα παράξενο σχόλιο, αλλά την κοιτούσε διαρκώς με ένα δήθεν παραπονεμένο βλέμμα που της έδινε στα νεύρα. Το απόγευμα της πρότεινε να πάνε για φαγητό στην πόλη, αλλά η Νίκη δεν ρίσκαρε να πετύχει πουθενά τον Πάρη, ενώ θα ήταν πάλι παρέα με την ...;κηδεμόνα της. Μια τέτοια ντροπή θα την σκότωνε, ήταν σίγουρη.

«Εντάξει, θα πάω μια βόλτα μόνη μου τότε.» δήλωσε η Μαρίνα και έφυγε τόσο βιαστικά που η Νίκη δεν πρόλαβε να απαντήσει. Χάρηκε όμως που έμεινε μόνη στο σπίτι. Έπαιξε για πολλή ώρα με τα γατιά, ελέγχοντας το κινητό της ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Την ίδια ώρα η Μαρίνα έκανε άσκοπες βόλτες στην πόλη. Αισθανόταν πολύ πιεσμένη και θα ήθελε πολύ να είχε το θάρρος να κάτσει μόνη της σε μια καφετέρια ή ένα εστιατόριο, αλλά αυτό δεν το είχε καταφέρει ποτέ. Θεωρούσε τον εαυτό της αυτάρκη και δυνατό, αλλά κάτι τέτοιες ώρες μεγάλης μοναξιάς, μια κακεντρεχής φωνή της ψιθύριζε πως αυτό ίσως και να ήταν μια ψευδαίσθηση. Τελικά κουράστηκε από το περπάτημα και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Όταν έφτασε σπίτι βρήκε την Νίκη να κοιμάται στον καναπέ με τα γατιά κουλουριασμένα δίπλα της και τα μάτια της γέμισαν ξαφνικά από μια παράξενη υγρασία.

Την σκέπασε τρυφερά προσέχοντας να μην την ξυπνήσει και ξάπλωσε και εκείνη στο κρεβάτι της, ενώ αναρωτιόταν πως ήταν δυνατόν να αγαπάς τόσο πολύ κάποιον που δεν έχει τα ίδια συναισθήματα για σένα. Δεν το σκεφτόταν με πικρία όμως. Το δικό της και μόνο συναίσθημα έφτανε για να την κάνει ευτυχισμένη.

Το πρωί η Νίκη ξύπνησε πιασμένη από τον αφιλόξενο καναπέ. Το πρωινό ήταν μουντό και συννεφιασμένο, αλλά η διάθεση της ήταν πολύ καλή. Πρώτη φορά στην ζωή της ήθελε να πάει στο σχολείο. Ανυπομονούσε να ξαναδεί τον Πάρη. Στο τραπέζι υπήρχαν τηγανίτες και ένα σύντομο σημείωμα που έλεγε ότι η Μαρίνα είχε φύγει γιατί είχε δουλειά. Η Νίκη έφαγε βιαστικά και ντύθηκε γρήγορα.  Μετά πήγε τρέχοντας μέχρι την στάση του λεωφορείου με την κρυφή ελπίδα να πετύχει εκεί τον Πάρη. Περίμενε μόνη της όμως, μέχρι που ήρθε ασθμαίνοντας το λεωφορείο.

Έφτασε νωρίς στο σχολείο και η ώρα μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι της φάνηκε ατελείωτη. Τελικά μπήκαν για μάθημα, αλλά η Νίκη είδε την θέση δίπλα της να μένει απογοητευτικά κενή. «Ίσως παρακοιμήθηκε. Μπορεί να έρθει την δεύτερη ώρα.» σκέφτηκε. Και η δεύτερη ώρα όμως, πέρασε χωρίς κανένα σημάδι από τον Πάρη. Η Νίκη έπεφτε όλο και πιο πολύ. Στο τέλος της πέμπτης ώρας δεν άντεξε άλλο.

Μάζεψε όλο της το κουράγιο, διάλεξε την συμμαθήτρια που της φαινόταν λιγότερο εχθρική και την πλησίασε πιέζοντας τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Γεια σου Μαρία.» Η Μαρία κοίταξε κεραυνοβολημένη την μαυροντυμένη παράξενη κοπέλα. Η Νίκη δεν είχε απευθύνει τον λόγο ποτέ πριν σε κανένα. «Ε, γεια.» «Δύσκολα τα μαθηματικά ε;» «Άστα να πάνε!» «Ε, να σε ρωτήσω κάτι;» «Ναι.» απάντησε η Μαρία με μάλλον καχύποπτο ύφος.

«Ε, ο Πάρης. Λείπει συχνά από το σχολείο; Δηλαδή δεν ήρθε σήμερα και λέω μήπως είναι άρρωστος ή κάτι τέτοιο.» «Ο Πάρης; Με λάθος άνθρωπο έμπλεξες κοπελιά.» είπε με ένα χαμόγελο βαθιάς ευχαρίστησης. «Γιατί το λες αυτό;» ρώτησε η Νίκη συννεφιάζοντας. «Γιατί δεν υπάρχει χειρότερη οικογένεια εδώ. Μακριά σου λέω!» «Δηλαδή;» «Καίγεσαι να μάθεις ε; μην στραβώνεις, θα σου πω. Ότι έχω ακούσει δηλαδή. Ο πατέρας του είναι αλκοολικός και αυτός ο ίδιος πρεζάκιας! Και χασικλής!» πρόσθεσε με στόμφο.

Η Νίκη ένιωσε την τάξη να μικραίνει απότομα. «Είσαι σίγουρη;» τόλμησε να ρωτήσει. «Ακου να δεις κοπέλα μου. Εδώ είναι επαρχία. Τίποτα δεν μένει κρυφό. Το παλικάρι που σου γυάλισε είναι σκέτος μπελάς. Και βέβαια λείπει συχνά από το σχολείο. Πέρσι είχε φάει τριήμερη γιατί είχε έρθει βρομοκοπώντας αλκοόλ. Τουλάχιστον από τότε φροντίζει να έρχεται μόνο όταν είναι ξενέρωτος. Πράγμα που δεν συμβαίνει συχνά, βέβαια.» είπε και κοίταξε την Νίκη χαιρέκακα. Η Νίκη δεν ήξερε τι να πει. Ψέλλισε ένα «Καλά.» και απομακρύνθηκε θλιμμένη.    


Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Ένα καλό θρίλερ


H Νίκη και ο Πάρης έφτασαν στην πόλη και έκατσαν στην καφετέρια που είχαν πρωτοσυναντηθεί. Έμειναν εκεί δύο ολόκληρες ώρες μιλώντας, κυρίως για μουσική που ήταν η παρηγοριά και των δυο τους. «Θες να πάμε να δούμε καμιά ταινία;» ρώτησε κάποια στιγμή ο Πάρης. «Ναι, αν έχει κανένα καλό θρίλερ! Ξέρεις, είπα στην ...;είπα στο σπίτι ότι θα πάω σινεμά, οπότε καλό θα είναι να έχω όντως δει μια ταινία.» «Μένεις με την μητέρα σου ε; Είναι αυστηρή;»

Η Νίκη δίστασε. Η λέξη μητέρα δεν της καθόταν καλά, αλλά δεν ήθελε να μπει σε άβολες περιγραφές. Ο Πάρης της άρεσε, αλλά όχι τόσο ώστε να τον εμπιστευτεί. «Συνήθως είναι εντάξει. Αλλά δεν νομίζω ότι οι γονείς πρέπει να τα ξέρουν όλα.» είπε η Νίκη με ανέμελο ύφος. «Εννοείται. Και εγώ το πιστεύω αυτό. Εγώ ζω με τον πατέρα μου.» είπε και σταμάτησε να μιλάει. Κανείς από τους δύο δεν ζήτησε παραπάνω εξηγήσεις. Το ένιωθαν, σχεδόν το ήξεραν και οι δυο ότι κάτι δύσκολο κρυβόταν μέσα στον άλλο, γιατί γνώριζαν τα σημάδια από τον εαυτό τους. Ήταν όμως ακόμα πολύ νωρίς.

Τελικά μπήκαν στο σινεμά που όντως έπαιζε ένα αιματοβαμμένο θρίλερ. Βολεύτηκαν στα τελευταία καθίσματα και ετοιμάστηκαν να απολαύσουν την ταινία. Σε ένα ξαφνικό φόνο, η Νίκη έχασε προς στιγμήν την γενναιότητα της και τινάχτηκε ελαφρά. Ο Πάρης το είδε και της έπιασε απαλά το χέρι.

Αυτό φόβισε την Νίκη περισσότερο και από το μανιασμένο βαμπίρ που πρωταγωνιστούσε στο έργο. Πάγωσε στην κυριολεξία. Περίμενε μερικά λεπτά. Αν μετακινούσε το χέρι του στην πλάτη της, ή οπουδήποτε αλλού θα τον χαστούκιζε. Φοβόταν πολύ ότι θα το έκανε, όπως οι ηλίθιοι στις αμερικάνικες ταινίες και όλα θα τελείωναν εκεί. Ο Πάρης όμως δεν κούνησε καθόλου το χέρι του και έτσι σιγά, σιγά εκείνη χαλάρωσε και άρχισε να απολαμβάνει  την ζεστασιά του ξένου δέρματος πάνω στο δικό της.

Ο Πάρης φαινόταν ήρεμος και συγκεντρωμένος στην ταινία, δίχως δόλιους σκοπούς. Ξαφνικά έσκυψε στο αυτί της και η Νίκη μπήκε και πάλι σε θέση ετοιμότητας, αλλά εκείνος απλά την ρώτησε αν ήθελε coca-cola από το μπαρ. Η Νίκη του είπε ναι, απλά και μόνο για να έχει κάτι να παρηγορεί το ελεύθερο χέρι της. Όταν ξαναγύρισε όμως, δεν της έπιασε πάλι το χέρι , πράγμα που την απογοήτευσε λίγο.

Η ταινία συνέχισε τον αιματηρό ρυθμό της και η Νίκη ένιωθε ήρεμη και χαρούμενη, συναισθήματα που είχε σχεδόν ξεχάσει. Δεν σκέφτηκε ούτε μια φορά την Μαρίνα, την παλιά ζωή της, ή κάτι άλλο δυσάρεστο. Όταν τελείωσε το έργο, πήγαν γρήγορα στην στάση για να μην χάσουν το τελευταίο λεωφορείο. Όσο περίμεναν σχολίαζαν την ταινία. Όταν μπήκαν στο λεωφορείο και έκατσαν, η καρδιά της Νίκης άρχισε και πάλι να χτυπάει γρήγορα. «Άραγε θα με φιλήσει όταν πούμε καληνύχτα; Θα είναι ωραία; Τι θα πρέπει να κάνω εγώ;» σκεφτόταν. Η αγωνία της μεγάλωνε όσο πλησίαζαν στο χωριό.

«Φτάσαμε. Θα σε πάω μέχρι το σπίτι.» δήλωσε ο Πάρης. «Ε, μάλλον δεν είναι πολύ καλή ιδέα. Δεν είπα ότι θα ήμουν με ...;αγόρι.» είπε η Νίκη και κοκκίνισε μέχρι τις άκρες των μικρών αυτιών της. «Εντάξει, καταλαβαίνω. Θα σε πάω όμως λίγο παρακάτω, να μην περπατάς μόνη σου στα σκοτάδια. Η Νίκη δέχτηκε με ένα νεύμα, γιατί η προσμονή του φιλιού της είχε αφαιρέσει τις λογικές σκέψεις και τις εύστοχες απαντήσεις που ήταν απαραίτητες για τον διάλογο. Περπάτησαν λίγο σιωπηλοί και στάθηκαν τελικά σε ένα βολικά σκοτεινό σημείο, κάτω από μια ψηλή συκιά.

«Τώρα θα γίνει.» σκέφτηκε η Νίκη και πήρε βαθιά ανάσα. Ο Πάρης την κοίταξε. «Ωραία περάσαμε ε;» είπε. «Ναι, και η ταινία ήταν καλή.» «Λοιπόν καληνύχτα. Θα τα πούμε στο σχολείο.» είπε και της έγνεψε αντίο καθώς απομακρυνόταν. «Τα λέμε.» απάντησε η Νίκη και άρχισε να προχωράει βιαστικά, γιατί φοβήθηκε ότι η τρομερή απογοήτευση που ένιωθε θα κατάπινε την μάσκα της ψυχραιμία της.

Η Μαρίνα καθόταν στον καναπέ, περιτριγυρισμένη από τα γατιά. Η πόρτα έκλεισε μάλλον βίαια και οι γάτες γύρισαν ταυτόχρονα τα κεφάλια τους προς τα εκεί, με μια ελαφρά ανησυχία στην άκρη των ουρών τους. Η Μαρίνα είδε με έκπληξη να μπαίνει μια δυστυχισμένη κοπέλα, που δεν είχε καμία σχέση με το χαρούμενο πλάσμα που είχε φύγει το ίδιο απόγευμα.

«Πως ήταν η ταινία;» «Σκατά.» «Νίκη! Τι είδους λεξιλόγιο είναι αυτό; Για πρόσεχε τους τρόπους σου σε παρακαλώ!» είπε η Μαρίνα αυστηρά. Αντί για απάντηση άκουσε να βροντάνε διαδοχικά η πόρτα του μπάνιου και μετά η πόρτα του δωματίου της Νίκης. Ο αμέσως επόμενος ήχος, ήταν το γνωστό κλείδωμα της πόρτας, που την απομόνωνε από όλα όσα την ενοχλούσαν. Η Μαρίνα κοίταξε απελπισμένη το πεντακάθαρο σπίτι. Τελικά σηκώθηκε και έπιασε την χτένα των γατιών, προκαλώντας απανωτά γουργουρίσματα στα μαύρα πλασματάκια.


Τρίτη, 15 Ιουλίου 2008

Σάββατο

Το πρωινό του Σαββάτου η Νίκη ξύπνησε μελαγχολική, γιατί ένιωθε πως κάτι της έλειπε. Πέρασε όλο το πρωί κοιτάζοντας επίμονα το κινητό της, που όμως δεν έλεγε να χτυπήσει. Κάποια στιγμή βγήκε από το δωμάτιο της κατσουφιασμένη, αλλά η Μαρίνα είχε μείνει στην χθεσινή της διάθεση και δεν είδε καν την αλλαγή. «Καλημέρα καλή μου. Τι θα έλεγες να φάμε έξω σήμερα το μεσημέρι;» ρώτησε πρόσχαρα. «Δεν θέλω.» απάντησε ξερά η Νίκη.

Η Μαρίνα δεν βρήκε τίποτα να πει σε αυτό  και έτσι συνέχισε να κάνει τις δουλειές του σπιτιού με ζήλο. Η Νίκη έφαγε ανόρεχτα το πρωινό της και μετά  βγήκε στον κήπο. Έκατσε θλιμμένη κάτω από την μουριά με το κινητό και ένα μαύρο γατί σιωπηλά δίπλα της.

Η Μαρίνα έτριβε μανιωδώς τον πάγκο της κουζίνας και την παρατηρούσε. «Τι να έπαθε; Χθες ήμασταν τόσο καλά!» Οι σκέψεις βασάνιζαν την Μαρίνα και τελικά το πήρε απόφαση. Σκούπισε τα χέρια της και βγήκε στον κήπο, αλλά η Νίκη δεν ήταν πια εκεί. Τρόμαξε λίγο, αλλά μετά η λογική της επικράτησε και πήγε προς το δωμάτιο της Νίκης.

Το πεισματάρικο κινητό είχε χτυπήσει τελικά. Το μήνυμα του Πάρη την είχε εκτοξεύσει πάνω από τα κεραμίδια του σπιτιού και μετά την είχε στείλει στο δωμάτιο της να ψάχνει να βρει κάτι όμορφο ανάμεσα στα τσαλακωμένα ρούχα της. Η Μαρίνα χτύπησε διστακτικά την πόρτα. «Ναι!» της απάντησε μια χαρούμενη φωνή. Η Μαρίνα άνοιξε την πόρτα και είδε την Νίκη να έχει χωθεί μέσα στην μαύρη γκαρνταρόμπα της με το πρόσωπο της να ακτινοβολεί.

«Ψάχνεις κάτι; Θες βοήθεια;» την ρώτησε απαλά. «Ναι, δηλαδή όχι. Ναι έψαχνα, αλλά νομίζω ότι το βρήκα. Θα βγω το βράδυ και θέλω να δω τι θα φορέσω.» «Θα βγεις; Με ποιόν;» ρώτησε η Μαρίνα με ανάμεικτα συναισθήματα. Η Νίκη φυσικά δεν την πάτησε. Όλα αυτά τα χρόνια της ατελείωτης μοναξιάς την είχαν κάνει πολύ επιφυλακτική και οι περίεργοι άνθρωποι την εκνεύριζαν ιδιαίτερα. Επιπλέον ήταν σίγουρη ότι η, η κηδεμόνας της δεν θα χαιρόταν αν ήξερε ότι θα έβγαινε ραντεβού. «Γνώρισα κάτι κοπέλες στο σχολείο και θα πάμε σινεμά.» της δήλωσε κοιτάζωντας την ίσια στα μάτια.

Η Μαρίνα την πίστεψε, γιατί δεν είχε λόγο να κάνει κάτι άλλο. «Πολύ χαίρομαι που έκανες φίλες. Είναι από το χωριό;» «Όχι, όχι! Μέσα στην Λάρισα μένουν.» «Εντάξει. Θα γυρίσεις όμως νωρίς έτσι;» «Δηλαδή;» «11 νομίζω ότι είναι μια λογική ώρα.» είπε δοκιμαστικά η Μαρίνα. «Αφού 11 τελειώνει η ταινία! 12;» «Το τελευταίο λεωφορείο φεύγει 11.20 από την Λάρισα. Εκτός και αν θες να έρθω να σε πάρω.» «Όχι! Θα πάρω το τελευταίο λεωφορείο.» «Εντάξει. Θα προσέχεις έτσι; Και αν χρειαστείς κάτι να με πάρεις τηλέφωνο. Θα έρθω αμέσως.» «Θα σε πάρω. Ευχαριστώ.» είπε η Νίκη με ένα χαμόγελο που φώτισε τα πάντα. Η Μαρίνα της χάιδεψε τα μαλλιά, χωρίς να το σκεφτεί και η Νίκη χαμογέλασε και πάλι. Ήταν τόσο χαρούμενη που δεν την ενοχλούσε τίποτα και επίσης είχε ενθουσιαστεί που η Μαρίνα δεν τις έφερε πολλές αντιρρήσεις  για την έξοδο.

Το μεσημέρι έφαγαν μαζί στο ίδιο ευχάριστο κλίμα και μετά έπεσαν για ύπνο. Η Μαρίνα δηλαδή, γιατί η Νίκη σχεδόν δεν μπορούσε να κάτσει στην ίδια θέση για πάνω από 5 λεπτά, από την νευρικότητα και την χαρά της. Γύρω στις 7, εμφανίστηκε στολισμένη με μαύρα και καρφιά στο σαλόνι. Το χαμόγελο υπήρχε ακόμα στο πρόσωπο της. Η Μαρίνα της είπε ότι ήταν όμορφη και το εννούσε. Της θύμιζε πολύ τον πατέρα της όταν χαμογελούσε, αλλά αυτό το κράτησε για τον εαυτό της.

Η Νίκη έτρεμε από το τρακ και την αγωνία και ήταν εξαιρετικά ευάλωτη. Έτσι όταν η Μαρίνα της ευχήθηκε να περάσει όμορφα και της θύμισε ότι θα πήγενε αμέσως αν την χρειαζόταν, έκανε κάτι φοβερά απροσδόκητο. Αγκάλιασε την Μαρίνα. Κράτησε μόνο για μια στιγμή, αλλά η Μαρίνα ανατρίχιασε ολόκληρη. Μετά η Νίκη την κοίταξε κάπως αμήχανα σαν να μην πίστευε και η ίδια αυτό που είχε κάνει. Πάντως της χαμογέλασε ξανά και έφυγε με γρήγορα βήματα.

«Πως μου ήρθε τώρα αυτό; Εντάξει, έδειχνε να ανησυχεί τόσο. Ίσως και να μην είναι τόσο κακή τελικά. Δεν πρέπει όμως» Οι σκέψεις της εξατμίστηκαν ξαφνικά, γιατί είδε την σιλουέτα του Πάρη να ξεχωρίζει στην στάση του λεωφορείου. «Γεια. Ωραία μπλούζα.» της είπε και μετά έβαλαν τα γέλια, γιατί φορούσαν και οι δυο μπλούζα Metallica. Μετά ακολούθησε μια μικρή σιωπή, την οποία έσπασε τελικά το λεωφορείο που ήρθε βιαστικό.


Έκατσαν δίπλα, δίπλα τραβώντας αρκετά βλέμματα πάνω τους, αλλά δεν το πρόσεξαν καν. Το πόδι του Πάρη ακούμπησε τον μηρό της Νίκης σε μια στροφή του λεωφορείου και μετά ξεχάστηκε εκεί. Η Νίκη ένιωθε σαν να την ακουμπούσε ένα ηλεκτροφόρο σύρμα. Ήταν πολύ έντονο, φοβερό και όμορφο ταυτόχρονα.

Την ίδια ώρα η Μαρίνα καθόταν στον καναπέ σκεφτική. Ένιωθε πολύ παράξενα. Είχε χαρεί τόσο πολύ με την αγκαλιά της Νίκης, ενώ παράλληλα ανησυχούσε για την μικρή που θα έβγαινε έξω μόνη της και εκτός των άλλων, στο μυαλό της είχε εισβάλει απρόσκλητος ο πατέρας της Νίκης. Αυτό ήταν πολύ άβολο. Είχε χρόνια να τον σκεφτεί, αλλά και οι λίγες φορές που τον είχε φέρει τότε στο μυαλό της, ήταν γεμάτες από μίσος.

Εκείνος ήταν που την είχε κάνει να νιώσει μεγάλο πόνο και να μισήσει τελικά τους άνδρες και όλα τα φρικτά επακόλουθα του μεγάλου έρωτα. Από την στιγμή που αναγκάστηκε να δώσει το μωρό της, όλα τα συναισθήματα της πάγωσαν. Μόνο πόνο ένιωθε. Ακόμα και όταν μπόρεσε να ξεφύγει λίγο από την αβάσταχτη οδύνη και να αρχίσει να λειτουργεί και πάλι, δεν ήθελε καμία σχέση με το άλλο φύλο και με τους ανθρώπους γενικά. Όταν έβλεπε ερωτικές σκηνές στην τηλεόραση, ένιωθε αηδία και άλλαζε γρήγορα το κανάλι. Το sex δεν υπήρχε καν για εκείνη, δεν ήθελε, ούτε και χρειαζόταν αυτή την μακρινή ανάμνηση.

Φυσικά απωθούσε τους άνδρες πριν καν εκείνοι προλάβουν να σκεφτούν ότι την ήθελαν. Ούτε φίλες ήθελε. Οι γυναίκες είναι περίεργες και σίγουρα κάποια στιγμή θα έκαναν ερωτήσεις που δεν θα μπορούσε να απαντήσει. Δεν εμπιστευόταν κανένα, παρά μόνο τις αγαπημένες τις γάτες, που ήταν άδολα πλάσματα και δεν έδιναν ποτέ υποσχέσεις που δεν είχαν σκοπό να τηρήσουν.

Τώρα όμως ο Τόλης ξεπρόβαλε από την σπηλιά που ήταν κρυμμένος και εμφανίστηκε στο χαμόγελο της κόρης τους. «Θα έπρεπε να την δεις τώρα, παλιοκάθαρμα! Δεν ήθελα να την αφήσω, μου την πήραν. Εσύ  την αρνήθηκες, όπως και εμένα. Εγώ όμως την έχω και πάλι κοντά μου και σύντομα θα με αγαπάει. Εσένα δεν θα σε γνωρίσει ποτέ. Δεν το αξίζεις!» είπε με θυμό στον φανταστικό πρώην εραστή που καθόταν στην καρέκλα απένταντι της.

Ο Καρβουνάκης που ήταν κουλουριασμένος δίπλα της, τρόμαξε από το ξέσπασμα και έτρεξε να κρυφτεί κάτω από το τραπέζι. Η Μαρίνα σηκώθηκε και έπιασε το ξεσκονόπανο.


Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

Φούρκα και Ραπουνζέλ

Όλη η εβδομάδα στο σχολείο κύλησε με τον ίδιο απελπιστικό ρυθμό. Οι περισσότεροι καθηγητές ήταν αντιπαθέστατοι. Οι μισοί ζάλιζαν την Νίκη με επίμονες ερωτήσεις και οι υπόλοιποι την αγνοούσαν συστηματικά. Η Νίκη παράμενε απαθής και κυρίως σιωπηλή.

Τα διαλείμματα ήταν ακόμα χειρότερα. Την δεύτερη μέρα ένας νεαρός τόλμησε να την πλησιάσει. Η Νίκη είπε να του δώσει μια ευκαιρία, μήπως και ήταν εντάξει. «Γιατί φοράς όλο μαύρα ρε κοπελιά; Ποιος πέθανε;» την ρώτησε με ένα χαζό, αμήχανο χαμόγελο που η Νίκη πήρε ως προσωπική προσβολή. Τον κοίταξε στα μάτια. «Εσύ.» του είπε και τον είδε να χλομιάζει. «Αι να χαθείς, γρουσούζα.» της απάντησε ο νεαρός και εξαφανίστηκε γρήγορα. Αυτό ήταν αρκετό για να αποθαρρύνει και τους υπόλοιπους.  Την άφησαν ήσυχη και σύντομα έπαψαν ακόμα και να την βλέπουν.

Η Νίκη συνηθισμένη στην μοναξιά, χάρηκε. Το μόνο που ήθελε ήταν η ησυχία της. Στο σπίτι τα πράγματα δεν ήταν πολύ καλύτερα. Η Μαρίνα την έπρηζε συνεχώς, ροτόντας την αν διάβασε ή αν ήθελε βοήθεια στην μελέτη της. Η μόνιμη απάντηση της Νίκης ήταν να κλείνει την πόρτα της και να βάζει δυνατή μουσική. Ευτυχώς τα περισσότερα απογεύματα έλειπε και τότε η Νίκη χαλάρωνε στον κήπο ή έπαιζε με τις γάτες. Το σχολείο όμως, της προκαλούσε μια διαρκή δυστυχία.

Τελικά η Παρασκευή ήρθε και έτσι εκείνο το πρωί η Νίκη ξύπνησε με κάπως καλύτερη διάθεση. Έτσι όταν της πρότεινε η Μαρίνα να την πάει στο σχολείο, δεν της αρνήθηκε. Στο κάτω, κάτω σιχαινόταν το λεωφορείο. Εκτός από το ότι ήταν γεμάτο με κυράτσες που την κοιτούσαν και μετά έκαναν δυνατά θορύβους που έδειχναν την δυσαρέσκεια τους, υπήρχαν και άνδρες σε διάφορες ηλικίες, όλοι όμως με το ίδιο αδηφάγο βλέμμα που πλανιόταν πάνω στο σώμα της, κάνοντας την να νιώθει φρικτά.

Όταν έφτασαν στην είσοδο του σχολείου η Μαρίνα της έφτιαξε ένα τσουλούφι που επαναστατούσε πέφτοντας μπροστά από το αριστερό της μάτι. Στην πραγματικότητα το έκανε απλά και μόνο για να έχει την ευκαιρία να της χαϊδέψει το μέτωπο. Λαχταρούσε να ακουμπήσει αυτό το εύθραυστο, εχθρικό σώμα που κάποτε ήταν ένα με το δικό της.

Η Νίκη όμως, τραβήχτηκε αφού πρώτα έγινε κατακόκκινη. Βγήκε απότομα από το αυτοκίνητο, χτυπώντας πίσω της την πόρτα. Η Μαρίνα απογοητεύθηκε γιατί τελευταία η Νίκη ήταν πιο δεκτική μαζί της και μερικές φορές ξεχνιόταν και της χαμογελούσε κιόλας. «Πάλι ένα βήμα πίσω.» μονολόγησε καθώς έφευγε. Δεν ήξερε όμως τον πραγματικό λόγο που αντέδρασε έτσι η Νίκη.

Ο πραγματικός λόγος πέρασε δίπλα τους ντυμένος στα μαύρα με τα αγγελικά μαλλιά του να ανεμίζουν στο αεράκι, ακριβώς την στιγμή που η Μαρίνα άγγιζε τρυφερά την Νίκη. Ο νεαρός από την καφετέρια είδε το ταπεινωτικό στιγμιότυπο και μετά γύρισε το κεφάλι του από την άλλη. Η Νίκη δαγκώθηκε. «Γαμώτο! Ήταν ανάγκη να το δει αυτό; Τι ντροπή! Λες να είναι στην τάξη μου;» σκέφτηκε και έτρεξε να μπει στην αίθουσα. «Φυσικά και δεν είναι εδώ. Σιγά να μην μου χαμογελάσει εμένα η τύχη.» αποφάσισε και έκατσε ανόρεχτα στο θρανίο της.

5 λεπτά αργότερα μπήκε μέσα και η μισητή καθηγήτρια της ιστορίας, αυτή που αποκαλούσε ειρωνικά την Νίκη, Χιονάτη. Η Νίκη ήθελε πολύ να την κλοτσήσει για να χωθεί πάλι στην ποντικότρυπα από την οποία είχε βγει. Ένα λεπτό ακριβώς μετά από την άφιξη της, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Η καθηγήτρια κοίταξε την πόρτα ενοχλημένη και όταν αυτή άνοιξε και μπήκε ο μακρυμάλλης νεαρός τα μάτια της άστραψαν. «Μπα, μπα, μας έκανες την τιμή να έρθεις Ραπουνζέλ; Σε ευχαριστούμε πολύ που μας καταδέχτηκες.» του είπε και έκανε μια μικρή υπόκλιση που προκάλεσε ένα τρελό ξέσπασμα γέλιου στην τάξη. «Παρακαλώ.» απάντησε με φυσικότητα ο νεαρός και προχώρησε στο βάθος της τάξης. Έκατσε στην μοναδική κενή θέση που υπήρχε, δίπλα στην Νίκη.

Η Νίκη σταμάτησε να αναπνέει για μερικά δευτερόλεπτα. Ο νεαρός όμως της χαμογέλασε και έτσι αναγκάστηκε να πάρει ανάσα για να του ανταποδώσει. Μετά από λίγο, εκείνος έβγαλε ένα μικροσκοπικό μολύβι και έγραψε κάτι με μικρά ατσούμπαλα γράμματα πάνω στο θρανίο. Η Νίκη γύρισε διακριτικά το βλέμμα της αλλού, αλλά ο νεαρός την σκούντησε με τον αγκώνα του και της έκανε νόημα να διαβάσει αυτό που είχε γράψει.

«Με λένε Πάρη.» της είπε το θρανίο. Η Νίκη πήρε το μολυβάκι που κύλησε προς την πλευρά της ο Πάρης και έγραψε και εκείνη το όνομα της. Ο μυστικός διάλογος συνεχίστηκε για όλο το υπόλοιπο του μαθήματος. Η Νίκη έβρισκε φανταστικό αυτό το παιχνιδάκι, γιατί πάντα ήταν αμήχανη και κοκκίνιζε φρικτά όταν μιλούσε σε αγόρια, αλλά τώρα δεν ντρεπόταν καθόλου να σκαλίζει λόγια ανάμεσα στις μουτζούρες του θρανίου.

Αποδείχτηκε πως τους άρεσαν και μισούσαν τα ίδια συγκροτήματα και ότι τα σπίτια τους ήταν στο ίδιο χωριό. Και εκείνος ζούσε μόνο με τον πατέρα του και σιχαινόταν το σχολείο όσο και η Νίκη. Η επικοινωνία μεταξύ τους ήταν πολύ εύκολη. Οι λέξεις κυλούσαν άνετα από το μικρό μολύβι και τα δυο παιδιά ένιωσαν ότι είχαν βρει κάποιον που τους καταλάβαινε, επιτέλους.

Μόλις χτύπησε το κουδούνι, βγήκαν μαζί από την τάξη, αγνοώντας το ειρωνικό ύφος της ιστορικού που ο Πάρης είπε πως την φώναζαν Μάγισσα Φούρκα, σε ανταπόδοση της μανίας που είχε να κολλάει γελοία παρατσούκλια σε όλους. Οι υπόλοιπες ώρες πέρασαν ασύλληπτα γρήγορα και μετά πήραν μαζί το λεωφορείο για το χωριό. Η Νίκη δεν πίστευε αυτό που συνέβαινε. Όταν χωρίστηκαν στην στάση του λεωφορείου, ο Πάρης της έπιασε το χέρι και της είπε πως χάρηκε πολύ που την γνώρισε. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και μετά η Νίκη πέταξε πάνω από τις κορφές των δέντρων, μέχρι το σπίτι της.

Μπήκε στην αυλή τραγουδώντας και η Μαρίνα σοκαρίστηκε τόσο που ξερίζωσε μια μαργαρίτα, αντί για το διπλανό αγριόχορτο. Η κόρη της έδειχνε ευτυχισμένη και εκείνη χάρηκε λες και της χάρισαν διαμάντια. Το βράδυ έφαγαν μαζί, είδαν μια κωμωδία γελώντας με την καρδιά τους και η Νίκη της ευχήθηκε όνειρα γλυκά πριν πάνε για ύπνο. Ήταν και οι δυο ευτυχισμένες , συναίσθημα σπάνιο και ξεχασμένο από καιρό.


Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

Γρουσούζα σαν μαύρη γάτα

Τελικά ο πρώτος τους καφές δεν είχε μεγάλη επιτυχία, αλλά τουλάχιστον δεν κατέληξε σε καταστροφή, όπως φοβόταν η Μαρίνα. Γύρισαν σπίτι σιωπηλές και μετά κλείστηκε η κάθε μια στο δωμάτιο και στον εαυτό της. Είχαν πολλά περισσότερα κοινά από ότι νόμιζαν.

Το σαββατοκύριακο πέρασε ήσυχα. Κάποια στιγμή η Μαρίνα προσφέρθηκε να βοηθήσει την Νίκη να κάνει μια επανάληψη στα μαθήματα της για να είναι έτοιμη για το σχολείο που άρχιζε την Δευτέρα, αλλά η Νίκη την αγριοκοίταξε τόσο έντονα που παράτησε εντελώς την συζήτηση. «Άστη, θα έρθει σε εμένα όταν θα είναι έτοιμη.» σκέφτηκε. Η Νίκη προσπαθούσε να παρηγορηθεί για το κακό που προφανώς την περίμενε στο σχολείο γεμίζοντας τις ώρες και τις σκέψεις της με μουσική. Στην αρχή σκεφτόταν και τον νεαρό από την καφετέρια, αλλά αυτό ξεθώριασε σιγά, σιγά και έτσι επέστρεψε στο γνωστό της κάστρο από μουσική και σιωπή.

Η Δευτέρα ήρθε απελπιστικά γρήγορα. Η Μαρίνα πήγε την Νίκη στο σχολείο με το αυτοκίνητο. Είχε μια παρόρμηση να την αγκαλιάσει για να της ευχηθεί καλή αρχή, αλλά ευτυχώς το ξανασκέφτηκε εγκαίρως και της χαμογέλασε μόνο, λέγοντας της πως όλα θα πάνε καλά. Η Νίκη ήταν σίγουρη για το ακριβώς αντίθετο και έτσι ανασήκωσε απλά τους ώμους της με αδιαφορία. Μπήκε μέσα στο σχολείο κατσουφιασμένη, με το κεφάλι σκυμμένο και αρχίζοντας ήδη την αντίστροφη μέτρηση για την ώρα που θα σχόλαγε. Είχε πέντε λεπτά ακόμα μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι και δεν ήξερε τι να κάνει. Τελικά ακούμπησε σε ένα μουντζουρωμένο τοίχο και άρχισε να κοιτά συλλογισμένη το πάτωμα.

Τα παιδιά που περνούσαν την κοίταζαν με περιέργεια, αφού οτιδήποτε νέο ήταν ενδιαφέρον. Ένα αγόρι της σφύριξε καθώς περνούσε και η Νίκη αισθάνθηκε αηδιασμένη από το λιγούρικο βλέμμα του. Οι περισσότεροι την χάζευαν σχολιάζοντας χαμηλόφωνα. Μερικοί πάλι, γελούσαν τάχα με άλλες αφορμές, αλλά φυσικά εκείνη ήξερε πως την κορόιδευαν.

Μια καστανή κοπέλα την πλησίασε με καθαρά φιλική ή κουτσομπολίστικη διάθεση, αλλά το βλέμμα αγριμιού που της έριξε η Νίκη την έκανε να αλλάξει γνώμη και εξαφανίστηκε. Επιτέλους χτύπησε το καταραμένο κουδούνι και η Νίκη μπήκε στην τάξη που της είχαν πει. Κατευθύνθηκε φυσικά προς τα τελευταία θρανία και βρήκε ευτυχώς ένα άδειο. Έκατσε εκεί προσπαθώντας να γίνει αόρατη. «Έχουμε μια καινούρια μαθήτρια!» ακούστηκε μια χαρωπή φωνή. Η Νίκη βούλιαξε ακόμα περισσότερο στο θρανίο της. «Έλα κοντά μου καλή μου και πες μας μερικά πράγματα για τον εαυτό σου.» συνέχισε στον ίδιο ενθουσιώδη τόνο η φωνή. Η Νίκη σήκωσε έντρομη το κεφάλι της και αντίκρισε μια κοντή ξανθιά τριαντάρα, ντυμένη στα γαλάζια. Της χαμογελούσε, αλλά η Νίκη μόλις που ανέπνεε μέσα στον εφιάλτη της. Τελικά σηκώθηκε δισταχτικά.

Πήγε με αργά βήματα δίπλα στην καθηγήτρια που εξακολουθούσε να χαμογελά ενθαρρυντικά. «Πες μας πως σε λένε, από πού είσαι ...;ότι θες.» Η Νίκη ευχήθηκε να εξαφανιστεί, αλλά τίποτα θετικό δεν συνέβη. Τελικά πήρε μια απελπισμένη ανάσα και είπε: «Είμαι η Νίκη και είμαι από την Αθήνα.» «Και τι άλλο;»επέμενε η γαλάζια καθηγήτρια. Η Νίκη δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Αισθανόταν φρικτά που την κοιτούσαν όλοι. «Αυτά.» είπε σιγανά και τα παιδιά άρχισαν να μουρμουράνε όλο και πιο έντονα. Η καθηγήτρια κατάλαβε επιτέλους την αμηχανία του κοριτσιού και της επέτρεψε να καθίσει αφού πρώτα την απείλησε ότι θα γνωριζόντουσαν καλύτερα μια άλλη φορά. Η Νίκη κατέβηκε γρήγορα από το βασιλικό βάθρο που ήταν τοποθετημένη η έδρα, αλλά στην βιασύνη της σκόνταψε και βρέθηκε με τα μούτρα στο σκονισμένο πάτωμα.

Η τάξη ξέσπασε σε δυνατά χαχανητά. «Εμ, τόση μαυρίλα φέρνει γρουσουζιά!» φώναξε κάποιος και τα γέλια δυνάμωσαν κι άλλο. Η Νίκη άρχισε να λέει στίχους από τραγούδια από μέσα της. Ήταν σίγουρη ότι αν σταματούσε θα πέθαινε ακαριαία. Σηκώθηκε χωρίς να τινάξει τις σκόνες από πάνω της και χωρίς να απαντήσει στην καθηγήτρια που την ρώταγε αν ήταν καλά. Κουλουριάστηκε στο θρανίο της και πέρασε στον δικό της ασφαλή κόσμο. Στο διάλειμμα έκατσε μέσα και συνέχισε να μουτζουρώνει το βιβλίο της με αφοσίωση. Ο επόμενος καθηγητής ήταν πολύ λιγότερο φιλικός. Το εκπαιδευμένο του μάτι έπεσε αμέσως πάνω της και αποφάσισε ότι η νεαρή ήταν σίγουρο πρόβλημα. Όταν παρατήρησε ότι μαύριζε μανιωδώς το βιβλίο της, σταμάτησε το μάθημα και της έκανε μια προσωπική διάλεξη για την χρησιμότητα των βιβλίων και τον σεβασμό σε ένα σωρό αξίες που καταπατούσε με την ανάρμοστη συμπεριφορά της. Τελικά ενθουσιάστηκε χειρότερα με τα επιχειρήματα του και έβαλε μια έκθεση 3οο λέξεων με θέμα τον σεβασμό στα γράμματα σε όλη την τάξη. Οι συμμαθητές της Νίκης δυσαρεστήθηκαν πολύ με αυτή την ανακοίνωση, γιατί είχαν ήδη πολλά να κάνουν. Κάποιος της σφύριξε ότι ήταν γρουσούζα σαν μαύρη γάτα. Η Νίκη τον αγνόησε επιδεικτικά, αλλά το παρατσούκλι της είχε ήδη κολλήσει.

Όταν το σχολείο τελείωσε επιτέλους η Νίκη πήρε το λεωφορείο μαζί με μερικούς συμμαθητές της που επέμεναν να την κοιτάνε σαν εξωγήινη. Μπήκε στο σπίτι βροντώντας την πόρτα και τρομάζοντας τις γάτες και την Μαρίνα που την περίμεναν να φάνε. Η Νίκη κλειδώθηκε στο δωμάτιο της νηστική και δυστυχισμένη. Βγήκε αργά το απόγευμα όταν άκουσε το αυτοκίνητο της Μαρίνας να φεύγει. Πάνω στο τραπέζι της είχε αφήσει σκεπασμένο το φαγητό της. Αυτό την εξόργισε ακόμα περισσότερο, χωρίς να ξέρει το γιατί. Όλα ήταν τόσο χάλια και το χειρότερο ήταν ότι δεν μπορούσε καν να ευχηθεί να γύριζε ο χρόνος πίσω ή κάτι από αυτά τα ανούσια που λένε οι άνθρωποι όταν πονάνε. Καμία χρονική στιγμή δεν ήταν καλή. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί πραγματικά ευτυχισμένη, δεν υπήρχε ασφαλής τόπος χαράς για εκείνη, ούτε καν σαν ανάμνηση.

«Θα γίνω πιο δυνατή!» είπε στις γάτες που την κοιτούσαν με κατανόηση. «Πρέπει να γίνω πιο σκληρή, δεν γίνεται να με παίρνουν τα κλάματα όλη την ώρα. Το ξέρω ότι θα πεθάνω μόνη μου, αλλά τουλάχιστον θα το κάνω με αξιοπρέπεια. Θα δείξω σε όλους ότι δεν τους έχω ανάγκη!» Μετά από αυτές τις γενναίες αποφάσεις αισθάνθηκε κάπως καλύτερα. Έφαγε το φαγητό, δωροδοκώντας κάθε τόσο τα γατιά που την γυρόφερναν και μετά φόρεσε τις αγαπημένες της μαύρες πιτζάμες και έκατσε να δει τηλεόραση. Όταν άκουσε το αυτοκίνητο της Μαρίνας να παρκάρει, μπήκε και πάλι στο δωμάτιο της.

Η Μαρίνα μπήκε στο σκοτεινό σπίτι προσεκτικά για να μην πατήσει καμιά γάτα. Είδε το άδειο πιάτο που η Νίκη είχε παρατήσει πάνω στο τραπέζι και αναστέναξε. Πριν κοιμηθεί άνοιξε και πάλι το βιβλίο συμβουλών για εφήβους. Μέχρι στιγμής είχε αποδειχτεί τελείως άχρηστο, αλλά η πίστη της στο σύστημα της λογικής και της υπομονής ήταν ακλόνητη.


Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Εκπλήξεις

Η Νίκη ετοιμάστηκε για το σχολείο φορώντας την αγαπημένη της μπλούζα Metallica για να πάρει κουράγιο. Ήταν σιωπηλή σε όλη την διαδρομή. Όταν έφτασαν στο σχολείο, η Νίκη αναστέναξε πριν μπουν και η Μαρίνα ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται Το σχολείο ήταν όπως τα περισσότερα σχολεία που είχε δει η Νίκη. Βρώμικο, με τεράστιους διαδρόμους , κατσουφιασμένους καθηγητές και βαριεστημένους μαθητές.

Ο διευθυντής ήταν κοντός με πλούσια γένια και βλοσυρό ύφος. Κοίταξε την Νίκη δυο φορές από πάνω μέχρι κάτω λες και έβλεπε μπροστά του την γυναίκα λύκο του τσίρκου. Το βλέμμα του όμως γλύκανε κάπως όταν άκουσε ότι η Μαρίνα ήταν γιατρός.

«Θα ήταν θεμιτό βέβαια να ευπρεπίσει κάπως την εμφάνιση πριν έρθει στο σχολείο μας.» είπε κοιτάζοντας συνωμοτικά την Μαρίνα, σίγουρος ότι της έκανε και χάρη που προσπαθούσε να συνετίσει το ατίθασο παιδί της.
Η Μαρίνα τον κοίταξε ίσια στα μάτια. «Τι εννοείτε; Δεν πιστεύω ότι η κόρη μου είναι απρεπώς ή προκλητικά ντυμένη! Αντίθετα στους διαδρόμους του σχολείου, παρατήρησα πολλές νεαρές με τεράστια ντεκολτέ και ανύπαρκτες φούστες. Μάλλον σε εκείνες θα πρέπει να κάνετε παρατήρηση.» είπε ήρεμα η Μαρίνα.

Η Νίκη έπαθε σοκ στο άκουσμα της ανέλπιστης υπεράσπισης και έχασε ακόμα και την μάσκα πάγου που είχε στο πρόσωπο της όταν κοίταζε την Μαρίνα. «Δεν το πιστεύω! Του την είπε για μένα!» σκεφτόταν και ένιωσε ένα μικρό φως αστεριού να φέγγει στο σκοτάδι που την τύλιγε. Ο διευθυντής αναψοκοκκίνισε και έχασε το πομπώδες ύφος του. Δεν ήθελε να δυσαρεστήσει την γιατρό, που ήταν και Αθηναία. «Χμ. Ναι Μπορεί να έρθει από την Δευτέρα κανονικά στην τάξη της.» είπε ξύνοντας νευρικά τα μούσια του. Επέστρεψε τα χαρτιά που του είχε δώσει η Μαρίνα και προσπάθησε να χαμογελάσει, χωρίς μεγάλη επιτυχία.

Η Μαρίνα σηκώθηκε με την συνηθισμένη της χάρη και αξιοπρέπεια και χαιρέτησε τον άνδρα ο οποίος έδειχνε τόσο μπερδεμένος που η Νίκη κρατιόταν για να μην γελάσει. «Σε ευχαριστώ.» είπε χαμογελώντας στην Μαρίνα όταν βγήκαν έξω. Η Μαρίνα πήρε το χαμόγελο της και το καρφίτσωσε στην καρδιά της. «Έτσι λοιπόν νιώθεις όταν είσαι γονιός; Σου χαμογελά και γίνεσαι ευτυχισμένος;» αναρωτήθηκε. «Θες ακόμα να πάμε για εκείνον τον καφέ που λέγαμε;» ρώτησε η Νίκη τόσο χαμηλόφωνα που η Μαρίνα νόμιζε πως παράκουσε.

«Ναι, βέβαια. Πάμε μια βόλτα και διαλέγεις εσύ ποια καφετέρια σου αρέσει για να κάτσουμε.» απάντησε η Μαρίνα νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά γρήγορα. «Κάπως έτσι ήταν και ο έρωτας. Νομίζω.» σκέφτηκε. Αφού περιπλανήθηκαν για αρκετή ώρα η Νίκη βρήκε μια μικροσκοπική καφετέρια που της τράβηξε την προσοχή, γιατί έπαιζε μια ροκ μπαλάντα. Μπήκε μέσα με την ελπίδα το επόμενο τραγούδι να μην είναι Βίσση.

Την ώρα που πήγαιναν να κάτσουν σε ένα από τα πολλά άδεια τραπέζια, η Νίκη διασταυρώθηκε με κάτι απίστευτο. Ήταν λίγο πιο ψηλός από εκείνη, με μάτια στο χρώμα του φουντουκιού και ολόισια καστανά μαλλιά που έφταναν μέχρι την μέση της πλάτης του. Την κοίταξε και εκείνος με έκπληξη. Όπως στριμώχθηκαν για να περάσουν, τα μαλλιά του την άγγιξαν στο μπράτσο. Η Νίκη ανατρίχιασε. Μετά όμως εκείνος έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Η Νίκη ήταν έκπληκτη και ενθουσιασμένη που είδε έστω και ένα σωστό άνθρωπο σε αυτή την βρομοπόλη.

Η πάντα παρατηρητική Μαρίνα δεν πρόσεξε καθόλου τον νεαρό ή αυτό που προκάλεσε στην κόρη της, γιατί ήταν χαμένη στην δικιά της θάλασσα της ευτυχίας που η Νίκη έδειχνε επιτέλους να υποχωρεί, έστω και μερικά χιλιοστά. Παράγγειλαν και οι δυο μιλκσέικ και έκατσαν σιωπηλές να χαζεύουν την κίνηση της πλατείας. Η Μαρίνα έψαχνε απεγνωσμένη ένα ανώδυνο θέμα συζήτησης και πλάγιους τρόπους να γνωρίσει καλύτερα την κόρη της, ενώ η Νίκη αναρωτιόταν πόσο χρονών να ήταν ο όμορφος μαλλιάς.

«Μπα, αν είναι στην ηλικία μου, δεν θα έπρεπε να είναι σχολείο τέτοια ώρα; Μάλλον θα είναι πιο μεγάλος. Μπορεί να δουλεύει και να είχε ρεπό σήμερα. Τι ωραία μάτια που είχε! Γαμώτο γιατί έκοψα τα μαλλιά μου; Θα τον ξαναδώ άραγε;» σκεφτόταν. Η Μαρίνα αγχωνόταν όλο και πιο πολύ, γιατί όλες οι λέξεις είχαν εξαφανιστεί από το κεφάλι της. Τελικά μίλησε πρώτη η Νίκη. «Πως θα έρχομαι στο σχολείο; Έχει λεωφορείο;» «Ναι, υπάρχει το τοπικό που περνάει κάθε μια ώρα, αλλά μπορώ να σε πηγαίνω εγώ αν δεν δουλεύω. Αν θες δηλαδή.» «Οκ.» «Ωραίο μέρος εδώ και έχει και πολύ καλό μιλκσέικ.» «Ναι, και καλή μουσική ευτυχώς. Εσύ που κάθεσαι συνήθως για καφέ;»

Η Μαρίνα έκανε μια αρκετά μεγάλη παύση. «Δεν έχω έρθει ποτέ για καφέ στην Λάρισα.» «Και που πηγαίνετε με τις φίλες σου;» «Δεν πηγαίνουμε. Δεν έχω φίλες.» «Φίλο; Δηλαδή δεσμό εννοώ.» «Ούτε.» Η Νίκη δεν βρήκε τι άλλο να πει. Ένιωθε παράξενα. Κάτι σαν λύπη μάλλον. Η Μαρίνα ξαφνικά της φάνηκε πολύ κοντά της. Έμοιαζε και εκείνη με απελπισμένη έφηβη έτσι που είχε σκύψει το κεφάλι και δάγκωνε το καλαμάκι της. Συνήρθε όμως γρήγορα η Νίκη. «Μην ξεχνιέσαι. Σιγά να μην την λυπηθώ κιόλας. Αυτή φταίει για όλα. Φυσικά και δεν έχει φίλες και γκόμενο, έτσι παγωμένη και υστερική που είναι.» Μπήκε πάλι σε θέση μάχης και αυτόματα της ήρθαν πολλές ειρωνικές ατάκες και ενοχλητικές ερωτήσεις στο μυαλό. Δεν είπε όμως τίποτα άλλο.

Η Μαρίνα ανακουφίστηκε όταν η Νίκη τράβηξε τα μάτια της από πάνω της. Αισθανόταν πολύ γυμνή και ευάλωτη απέναντι της, αλλά σιχαινόταν τα ψέματα και δεν ήθελε να χτίσει την σχέση τους πάνω σε ασταθή θεμέλια. Δεν είπε ούτε εκείνη τίποτα. Τι να της έλεγε άλλωστε; Ότι το μοναδικό πράγμα που την ένοιαζε ήταν εκείνη και ότι τα τελευταία 16 χρόνια δεν επέτρεπε στον εαυτό της καμία χαρά; Ότι πριν ξαναμπεί στην ζωή της , πλήρωνε το λάθος της  με χίλιους τρόπους χωρίς η εξιλέωση να έρχεται ποτέ; Ήταν σίγουρη ότι δεν θα την πίστευε ή ακόμα χειρότερα πως θα της έλεγε ότι της άξιζε.


Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Ονειρεμένο σχολείο

Η Νίκη σηκώθηκε και άνοιξε αμέσως το παράθυρο. Η μέρα ήταν πανέμορφη και ο λουλουδιασμένος κήπος της έφτιαξε την διάθεση. Μπήκε στην τραπεζαρία και βρήκε την Μαρίνα να γράφει σημειώσεις στο τετράδιο της. «Καλημέρα» της είπε χαμογελαστά η Μαρίνα, αποφεύγοντας την ερώτηση «Πως κοιμήθηκες», γιατί φοβόταν την απίθανη απάντηση που πιθανών της επιφύλασσε η μικρή. «Καλημέρα.» απάντησε και η Νίκη. «Έχει μαρμελάδα και βούτυρο στο ψυγείο αν θες να φτιάξεις κάτι να φας.»

Η Νίκη πράγματι έφτιαξε πρωινό και έκατσε να το φάει στο μεγάλο τραπέζι, κρατώντας φυσικά μια απόσταση ασφαλείας από την Μαρίνα. «Λοιπόν, θα πρέπει να πάμε στην Λάρισα για να γραφτείς στο σχολείο.» δήλωσε η Μαρίνα . Η Νίκη σκέφτηκε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ήταν αρκετά λογική ώστε να καταλάβει ότι από αυτό δεν θα την γλίτωνε καμία μάχη και έτσι περιορίστηκε στο να κάνει μια γκριμάτσα αδιαφορίας. Η Μαρίνα ευχαρίστησε σιωπηλά τον Θεό που η Νίκη δεν άρχισε να ουρλιάζει, όπως περίμενε. «Μόλις ετοιμαστείς πες μου Νίκη. Θα είμαι στον κήπο. Με την ησυχία σου, έχουμε ώρα.»

Η Νίκη έγνεψε καταφατικά, αλλά η καλή της διάθεση είχε ήδη εξαφανιστεί. Το σχολείο το σιχαινόταν στην Αθήνα. Εκεί, ήταν σίγουρη ότι θα το μισούσε ολόψυχα. Θυμήθηκε την πρώτη της μέρα στο σχολείο. Η μαμά της την είχε προετοιμάσει από καιρό για το νηπιαγωγείο. Της έλεγε για τα όμορφα παραμύθια που θα μάθαιναν, τα φανταστικά παιχνίδια που θα έπαιζε, τις καινούριες φίλες που θα έκανε και για την χαμογελαστή δασκάλα που θα γινόταν η δεύτερη μητέρα της.

Η Νίκη μπήκε δειλά στην τάξη. Οι τοίχοι γύρω της ήταν διακοσμημένοι με ροζ και γαλάζια μπαλόνια. Υπήρχαν πολλά παιδιά στην τάξη, αλλά ευτυχώς βρήκε ένα ελεύθερο καρεκλάκι και ετοιμάστηκε να καθίσει. «Όχι εδώ, κάθεται η φίλη μου η Μαρία.» της είπε ένα κοριτσάκι με μακριές ξανθές κοτσίδες. Η Νίκη προχώρησε παρακάτω, αλλά όλα τα καρεκλάκια στην πλευρά των κοριτσιών ήταν γεμάτα. Στεκόταν παγωμένη μην ξέροντας τι να κάνει, ενώ ένα αγοράκι την κοίταζε κοροϊδευτικά. «Γιατί στέκεσαι όρθια; Δεν είπα να καθίσουν όλα τα παιδάκια;» ρώτησε μια αυστηρή φωνή. Η Νίκη κοίταξε προς τα πάνω και είδε την δασκάλα που φάνταζε πανύψηλη και τρομερή να στέκεται από πάνω της και να την κοιτά.

«Κάτσε εδώ.» την διέταξε και της έδειξε μια κενή θέση ανάμεσα σε δυο αγόρια. «Δεν θέλω να κάτσω με τα αγόρια.» είπε θαρρετά η Νίκη. «Τι; Και ποιος σου είπε ότι στο σχολείο κάνουμε ότι θέλουμε; Εδώ ήρθες για να μάθεις να ακούς και όχι για να λες την γνώμη σου.» Η Νίκη ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα. «Μα δεν θέλω.» ψιθύρισε πάλι. «Δεν θα τα πάμε καλά νεαρή μου!» φώναξε η δασκάλα. «Δεν μου αρέσουν καθόλου τα παιδάκια που αντιμιλάνε! Θα κάτσεις στην θέση που σου είπα και δεν θέλω να ξανακούσω την φωνή σου σήμερα, το κατάλαβες;» ούρλιαζε τώρα.

Η Νίκη χώθηκε βιαστικά στην θέση της προσπαθώντας να μην κοιτάει την τρομερή δασκάλα που ήταν ακόμα θυμωμένη. Τα αγοράκι δίπλα της, της έβγαλε την γλώσσα. Σιωπηλά δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλα της. Ήθελε να πάει σπίτι της, αλλά φοβόταν μην θυμώσει και άλλο η κακιά δασκάλα. Η πρώτη μέρα στο σχολείο ήταν γεμάτη τρόμο για την Νίκη, αλλά και η συνέχεια δεν αποδείχτηκε καλύτερη. Όλο το νηπιαγωγείο κύλησε στο κλίμα φόβου που είχε καθιερώσει η δασκάλα. Η Νίκη έμαθε να γίνεται αόρατη για να μην την προκαλεί.

 Οι πρώτες τάξεις του Δημοτικού ήταν επίσης άσχημες, γιατί η Νίκη ήταν κάπως αργή και εκνεύριζε την δασκάλα που την αγνοούσε επιδεικτικά. Τα άλλα παιδιά κορόιδευαν την Νίκη που δεν ήταν καλή μαθήτρια και γιατί η μαμά της είχε άσπρα μαλλιά.  Στην τετάρτη Δημοτικού τα πράγματα έγιναν λίγο καλύτερα, γιατί η Νίκη κατάφερε να γίνει φίλη με ένα καινούριο κοριτσάκι, την Χρυσούλα.  Στην έκτη τάξη όμως, εμφανίστηκε ένας παράξενος δάσκαλος που είχε την κακή συνήθεια να χαστουκίζει τα παιδιά όταν έδιναν λάθος απαντήσεις , κυρίως στην αριθμητική.

Φυσικά η Νίκη ήταν ένα από τα πιο συχνά θύματα του. Όταν κάποια στιγμή διαμαρτυρήθηκε στην μητέρα της για τον σαδιστή δάσκαλο, της είπε ότι έτσι ήταν οι δάσκαλοι. Ο καθένας είχε τις μεθόδους του και έπρεπε να προσπαθήσει πιο σκληρά για να γίνει καλή μαθήτρια. Η μητέρα της πίστευε ακράδαντα στο σύστημα και στην αρχή ότι σεβόμαστε και εμπιστευόμαστε τυφλά αυτούς που έχουν την οποιαδήποτε μορφή εξουσίας.

Το γυμνάσιο πήγε καλά, γιατί δεν είχε πια ένα μόνο δάσκαλο πάνω από το κεφάλι της, αν και οι περισσότεροι καθηγητές της έδειχναν να την αντιπαθούν. Ευτυχώς η Χρυσούλα ήταν άριστη μαθήτρια και την βοηθούσε όσο μπορούσε. Η πρώτη Λυκείου όμως αποδείχτηκε αφόρητη, γιατί η Χρυσούλα μετακόμισε στα μέσα της χρονιάς. Αυτό κόστισε πάρα πολύ στις δύο φίλες που αποχωρίστηκαν με κλάματα και υποσχέσεις αιώνιας φιλίας. Ακόμα και τώρα αντάλλασσαν κάρτες στις γιορτές και στα γενέθλια τους. Η υπόλοιπη χρονιά κύλησε με ατελείωτη μοναξιά και μπόλικη απόρριψη από τους συμμαθητές της.

Φέτος είχε επιτέλους ενταχθεί στους μαυροντυμένους που καθόντουσαν στην άκρη της αυλής και άκουγαν σκοτεινές μουσικές αναπολώντας άλλες εποχές που ήταν αγέννητοι ακόμα. Βέβαια, ήταν πάντα ντροπαλή με τα αγόρια και συγκρατημένη με τα κορίτσια, αλλά είχε αρχίσει να αισθάνεται ότι υπήρχαν τελικά άνθρωποι που την καταλάβαιναν στο σκληρό αυτό κόσμο.

Όλα αυτά φυσικά είχαν διακοπεί βίαια με τον θάνατο της γυναίκας που γνώριζε ως μητέρα, τις τρομερές αποκαλύψεις που ακολούθησαν και την μετακόμιση. Για μια ακόμη φορά είχε πειστεί ότι η ευτυχία την αγνοούσε συστηματικά.


Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Μυστικό Ημερολόγιο

Όταν η Νίκη χόρτασε κλάμα, σηκώθηκε και καθάρισε όπως, όπως τα μουτζουρωμένα μάτια της. Μετά άρχισε να ξαναδιακοσμεί το δωμάτιο. Ήθελε να φτιάξει το καταφύγιο της όσο πιο σύντομα γινόταν. Ήταν σίγουρη ότι η επιβίωση της εξαρτιόταν από αυτό. Της πήρε αρκετή ώρα, αλλά όταν τελείωσε και έκατσε να θαυμάσει το αποτέλεσμα, αισθάνθηκε πολύ όμορφα. «Καλά, θα φρικάρει σίγουρα, μόλις το δει.» σκέφτηκε. Λίγη ώρα μετά, ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα ήρθε για να επιβεβαιώσει την νίκη της. Άνοιξε χαμογελώντας χαιρέκακα από μέσα της και φορώντας την συνηθισμένη της μάσκα από πάγο στο εξωτερικό.

Η Μαρίνα κοίταξε τις αιμοσταγείς αφίσες, τα μαύρα πανιά που είχαν τυλίξει τις υπέροχες παραδοσιακές της καρέκλες και το τασάκι νεκροκεφαλή που στόλιζε το γυάλινο τραπέζι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε «Το άλλαξες τελείως. Φοβερή μεταμόρφωση. Έχει πολύ στυλ τώρα!»

Η Νίκη απογοητεύτηκε που δεν έφυγε τρομοκρατημένη και ούτε γκρίνιαξε για να της δώσει μια αξιοπρεπή ευκαιρία για καυγά. «Νίκη, πρέπει να φύγω. Με κάλεσαν για κάποιο άρρωστο. Θα είσαι εντάξει μόνη σου;» «Ναι, φυσικά. Δεν είμαι μωρό.» «Δεν νομίζω να αργήσω πολύ, αλλά σου έγραψα το κινητό μου. Αν χρειαστείς κάτι θα έρθω αμέσως.» «Δεν θα σε χρειαστώ.» δήλωσε η Νίκη εννοώντας πολλά περισσότερα από αυτά που έλεγε. Η Μαρίνα όμως δεν φάνηκε να προσβάλλεται.

«Θα σε δω σε λίγο.» της είπε χαμογελώντας και έφυγε με γρήγορα νευρικά βήματα. Η Νίκη ενθουσιάστηκε που ήταν επιτέλους μόνη. Βγήκε αμέσως από το δωμάτιο και χάιδεψε μία, μία με την σειρά τις μαύρες γάτες που μαζεύτηκαν γύρω της. «Τι όμορφα ζωάκια που είστε!» τους είπε τρυφερά. Τα γατιά εκτίμησαν το κομπλιμέντο και τον δίκαιο θαυμασμό της και έδειξαν την έγκριση τους, ακολουθώντας την πιστά στην εξερεύνηση του σπιτιού.

Η Νίκη τριγύριζε περίεργη, ανακαλύπτοντας τον χώρο του εχθρού. Όλα ήταν υπερβολικά τακτικά και τέλεια. Του στυλ του σπιτιού ήταν απλό και καθωσπρέπει. Λογικά χρώματα, άνετα έπιπλα, κεντητά πετσετάκια.  Ξαφνικά η Νίκη συνειδητοποίησε τι ήταν αυτό που έλειπε από το σπίτι και γιατί έμοιαζε άψυχο. Δεν υπήρχαν πουθενά φωτογραφίες. Ούτε της Μαρίνας, ούτε κανενός άλλου. Τα λιγοστά κάδρα που υπήρχαν έδειχναν γαλήνια τοπία. «Δεν μπορεί. Δεν ξέρω κανένα άνθρωπο που να μην έχει ούτε μια φωτογραφία. Προφανώς θα τις έχει καταχωμένες σε κάποιο συρτάρι. Όχι ότι με ενδιαφέρει η ζωή της, φυσικά!» σκέφτηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο.

Μετά άρχισε να ανοίγει τα ντουλάπια του μεγάλου μπουφέ που υπήρχε στο σαλόνι. Βρήκε πολλά ιατρικά περιοδικά, μερικά σημειωματάρια με ακαταλαβίστικα σχόλια για ασθένειες και 4 βιβλιάρια εμβολίων για τις γάτες. Η μικρή απατεωνιά της έξαψε την περιέργεια. Πέρασε στα γρήγορα τα συρτάρια της κουζίνας που είχαν μόνο μαχαιροπήρουνα και βιβλία μαγειρικής. Μετά βρέθηκε μπροστά στην κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Δίστασε για λίγο, αλλά τελικά μπήκε μέσα. Το δωμάτιο ήταν ντυμένο στα λευκά και είχε ένα μάλλον ρομαντικό στυλ που ερχόταν σε μεγάλη αντίθεση με την μαυροντυμένη, πρακτική ιδιοκτήτρια του.

Πάνω στο κομοδίνο της υπήρχε ένα χοντρό βιβλίο που λεγόταν «Το πιο λευκό λουλούδι.» Φυσικά όλα ήταν πεντακάθαρα και σε τρομακτική, απόλυτη τάξη. Έριξε μια ματιά στην ντουλάπα της, γιατί στις ταινίες οι άνθρωποι έκρυβαν εκεί τα μυστικά τους. Δεν υπήρχε τίποτα ενδιαφέρον όμως εκεί, εκτός από τα κακόγουστα συντηρητικά ρούχα της και μερικά ζευγάρια λογικά παπούτσια.

Η Νίκη άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου. «Νάτο!» είπε θριαμβευτικά. Ένα μικρό λουλουδάτο τετράδιο που
Έγραφε «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ» με χρυσά γράμματα. «Επιτέλους κάτι ενδιαφέρον!» είπε στο γατί που τριβόταν στα πόδια της. «Πρώτη μέρα στο χωριό. Ωραίο χώμα, κατάλληλο για ποικιλία λουλουδιών.» «Τρεις περιπτώσεις γαστρεντερίτιδας.» «Κυρία Ευθυμία: πολύ υψηλή πίεση. Να της δώσω γραπτή δίαιτα.» «Το κοκκινιστό μοσχάρι γίνεται πολύ εύγευστο αν προσθέσουμε μια κουταλιά κανέλλα.»

Όλες οι λακωνικές σημειώσεις ήταν στο ίδιο στυλ. Είχε διαβάσει μέχρι την μέση, αλλά προφανώς δεν είχε κανένα νόημα να συνεχίσει. «Δεν είναι δυνατόν. Αυτή η γυναίκα δεν έχει καθόλου ζωή. Όλο συνταγές και αρρώστιες. Δεν έχω γνωρίσει πιο ξενέρωτο άνθρωπο.» μουρμούρισε η Νίκη. Ξαφνικά άκουσε ένα αμάξι να σταματάει έξω από το σπίτι. Η Νίκη έκλεισε βιαστικά το ημερολόγιο και το έβαλε στην θέση του. Βγήκε πανικόβλητη από το δωμάτιο. Ακούστηκε η εξώπορτα. Δεν προλάβαινε να γυρίσει στο δωμάτιο της και έτσι χώθηκε στο μπάνιο. Έμεινε εκεί για μερικά λεπτά και μετά βγήκε δείχνοντας όσο πιο αθώα μπορούσε.

Η Μαρίνα της χαμογέλασε. «Τι είχε;» ρώτησε η Νίκη. «Ο ασθενής; Υψηλό πυρετό, αλλά εντάξει, μια απλή ίωση είναι. Τίποτα επικίνδυνο, ευτυχώς.» Η Νίκη κούνησε απλά το κεφάλι της και ξαναμπήκε στο δωμάτιο της. Η Μαρίνα χάρηκε πάρα πολύ. «Επιτέλους με ρώτησε κάτι για την δουλειά μου. Αρχίζει να ενδιαφέρεται ίσως λίγο για μένα.»

Λίγη ώρα αργότερα, η Μαρίνα χωνόταν στο κρεβάτι της, χαμογελώντας ακόμα. Λίγο πριν κοιμηθεί ξαναδιάβασε την τελευταία εγγραφή στο ημερολόγιο της, πριν συμπληρώσει την καινούρια, όπως έκανε πάντα. «Ήρθε. Είναι εδώ. Η ζωή μου επιτέλους συνεχίζεται.» είχε γράψει λίγες ημέρες πριν, αλλά η Νίκη δεν είχε διαβάσει μέχρι εκεί.


Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Πρώτο άγγιγμα

Η Νίκη ξύπνησε από μια γαργαλιστική μυρωδιά. Το πρώτο πράγμα που έκανε όπως πάντα όταν ξυπνούσε στο σκοτάδι, ήταν να ανάψει το φως. Δεν άντεχε το σκοτάδι, παρόλο που ντρεπόταν και το έκρυβε τόσο καλά που δεν το είχε ανακαλύψει κανένας. Ανακάθισε στο κρεβάτι της και άκουσε το στομάχι της να γουργουρίζει απαιτητικά. Λίγα λεπτά αργότερα, ακούστηκε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα. «Έφτιαξα μακαρονάδα. Είναι το αγαπημένο μου φαγητό.» Η Νίκη έκατσε στο τραπέζι σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους της. «Εμένα είναι το κοτόπουλο στο φούρνο.» είπε. Στην πραγματικότητα λάτρευε τα ζυμαρικά, αλλά δεν θα της έδινε τέτοια χαρά φυσικά. Έφαγαν σιωπηλές με μόνη μουσική τα γουργουρητά των γατιών.

Μετά η Μαρίνα άνοιξε την τηλεόραση, μην αντέχοντας άλλο την σιωπή. Είδαν μια ασπρόμαυρη ελληνική ταινία. Ευτυχώς ήταν δραματική και έτσι η Νίκη δεν αναγκάστηκε να γελάσει. Μόλις τελείωσε, σηκώθηκε απότομα.. «Έμ, έλεγα να μιλήσουμε λίγο.» είπε η Μαρίνα. «Για ποιο θέμα;» ρώτησε η Νίκη με μάτια που πετούσαν επικίνδυνες λάμψεις. «Για ότι θες.» «Δεν θέλω να μιλήσω για τίποτα.» « Σίγουρα; Δεν θες να μάθεις γιατί» «ΟΧΙ» είπε κοφτά και μπήκε στο δωμάτιο της.

Η Μαρίνα αναστέναξε. Έβγαλε τα ρούχα της και τα δίπλωσε προσεκτικά πάνω στην καρέκλα. Μετά φόρεσε ένα καλοσιδερομένο νυχτικό, έπλυνε προσεκτικά το πρόσωπο της και ξάπλωσε. «Σιγά, σιγά θα με συνηθίσει και θα ανοιχτεί. Τότε θα της τα πω όλα και θα καταλάβει. Μακάρι μόνο να έχω αρκετή αντοχή μέχρι τότε.» είπε στις γάτες. Μετά βυθίστηκε στο βιβλίο της.

Την ίδια ώρα η Νίκη πετούσε τα ρούχα της στο πάτωμα και έπεφτε με τα εσώρουχα ανάμεσα στα χαζοχαρούμενα σεντόνια. Έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά της και ξεφύσηξε προσπαθώντας να διώξει μακριά όλα τα σύννεφα που την κύκλωναν. Την πήρε ο ύπνος μέσα στις μελωδίες. Το πρωί σηκώθηκε , έβαψε τα μάτια της όσο πιο μαύρα μπορούσε, φόρεσε ένα παντελόνι στα όρια της ασφυξίας και ένα χαρούμενο μπλουζάκι με μια νεκροκεφαλή που χαμογελούσε σαρδόνια. Τελευταία πινελιά, ένα σκούρο μοβ κραγιόν. Μετά βγήκε πανέτοιμη για όλα.

Η Μαρίνα της χαμογέλασε, καταβάλλοντας είναι η αλήθεια σημαντική προσπάθεια. Πήρε την τσάντα της και βγήκε από την πόρτα. Η Νίκη χάιδεψε κρυφά τον Ζημιάρη βγαίνοντας, και το γατί σήκωσε ευτυχισμένο την ουρά του. Αυτή την φορά ευτυχώς, απέφυγαν το εκνευριστικό λεωφορείο με τους περίεργους επιβάτες, γιατί η Μαρίνα διέθετε ένα μικρό αυτοκίνητο και έτσι κατέβηκαν άνετα στην πόλη.

Πρώτα σταμάτησαν σε ένα κατάστημα με λευκά είδη για να διαλέξουν κουρτίνες και σεντόνια. Η Νίκη τα έβρισκε όλα φρικτά και έκανε διαρκώς ειρωνικά σχόλια για οτιδήποτε της πρότεινε η Μαρίνα. Τελικά, αφού η πωλήτρια της απάντησε σοκαρισμένη ότι δεν είχε μαύρα σεντόνια και κουρτίνες, συμβιβάστηκε με κάτι μοβ υφάσματα που βρήκε τελευταία στιγμή, δηλώνοντας ότι αυτά μπορούσε να τα ανεχτεί.

Μετά πήγαν σε ένα βιβλιοπωλείο όπου η Μαρίνα κρύφτηκε μέσα στα σκονισμένα ράφια για να βρει κουράγιο και συμβουλές για δύσκολους εφήβους. Η Νίκη ανακάλυψε ένα σταντ με αφίσες και βάλθηκε να ψάχνει κάτι αξιοπρεπές για να στολίσει τους τοίχους του δωματίου της. τελικά βρήκε ένα ελαφρώς σκονισμένο πόστερ των My Chemical Romance, που ήταν το τελευταίο της κόλλημα και χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από πολλές μέρες. Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε η Μαρίνα κρατώντας 4 βιβλία στην αγκαλιά της. «Μήπως θες και κανένα βιβλίο εκτός από την αφίσα;» ρώτησε ευγενικά. «Βιβλίο; Τι να το κάνω; Εκείνο το κόμιξ του Αρκά μου αρέσει.» «Ναι, να το πάρουμε. Υπάρχουν πάντως υπέροχα λογοτεχνικά βιβλία που σε ταξιδεύουν. Αν θες μπορούμε να δούμε μερικά μαζί.» «Μπα. Δεν έχω όρεξη για άλλα ταξίδια.» είπε η Νίκη τονίζοντας με νόημα την τελευταία λέξη.

Η Μαρίνα αναγκάστηκε να καταπιεί τις συμβουλές και τις ελπίδες της να είχε περάσει γονιδιακά η αυτονόητη λατρεία για το διάβασμα στην μικρή. Πλήρωσε τα βιβλία, το κόμιξ και το μαυροφορεμένο πόστερ και κατευθήνθηκαν προς το αυτοκίνητο της Μαρίνας. Η Νίκη προχωρούσε κρατώντας αγκαλιά το πόστερ, σαν να ήταν αγαπημένος φίλος. Είχε μια έκφραση αγαλλίασης και σχεδόν χαμογελούσε. Η Μαρίνα την είδε και καταχάρηκε. Μήπως είχε αρχίσει να ρίχνει το τοίχος που ύψωνε γύρω της; Λίγα μέτρα πριν το αυτοκίνητο, της ήρθε μια καλή ιδέα. «Θες να κάτσουμε για ένα καφεδάκι; Έχει πολλές ωραίες καφετέριες εδώ κοντά.» είπε όσο πιο φιλικά γινόταν πιάνοντας ταυτόχρονα το λεπτό μπράτσο της Νίκης.

Η αντίδραση δεν ήταν ακριβώς αυτή που περίμενε. Η Νίκη τινάχτηκε σαν να την δάγκωσε κάτι στο άγγιγμα της. η Μαρίνα τράβηξε γρήγορα το χέρι της και έστρεψε το βλέμμα της αλλού, γιατί δεν άντεχε να βλέπει την φρίκη στα μάτια της κόρης της. «Δεν έχω όρεξη για καφέ.» είπε ξερά η Νίκη, καθώς απομακρυνόταν από κοντά της. «Εντάξει, μια άλλη φορά ίσως.» οπισθοχώρησε σοφά η Μαρίνα. «Τι ανόητη που είμαι. Δεν έπρεπε να βιαστώ. Δεν θέλει καμία πίεση.» σκέφτηκε.

Η Νίκη έσφιγγε τόσο δυνατά την αφίσα, σε μια προσπάθεια να μην βάλει τα κλάμματα, που κόντεψε να την σκίσει. Δεν πίστευε ότι ένα άγγιγμα της προκάλεσε τόση οργή. «Δεν έχει κανένα δικαίωμα να με αγγίζει. Είναι ξένη. Ξένη! Τι νομίζει δηλαδή, ότι επειδή μου πήρε μερικά βρομοσέντονα με αγόρασε κιόλας; Δεν θέλω να με ακουμπάει. Τι λέω; Δεν θέλω ούτε να την βλέπω.» επαναλάμβανε από μέσα της σε όλη την διαδρομή.

Μόλις έφτασαν σπίτι, η Νίκη μπήκε στο δωμάτιο της, κλείδωσε την πόρτα πίσω της και έβαλε μουσική δυνατά. Μετά άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Ένιωθε πολύ μόνη και όσο και να μην ήθελε να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό της, της έλειπε πολύ η μητέρα της, ή μάλλον αυτή που γνώριζε για μητέρα τόσα χρόνια.

Η Μαρίνα ένιωθε εξαντλημένη. Η Νίκη ήταν απρόβλεπτη, δύσκολη, ευέξαπτη. Το μυαλό της ήταν γεμάτο στενόχωρες σκέψεις. Άρχισε να σκουπίζει με μανία, αναστατώνοντας τις γάτες που μισούσαν την ηλεκτρική σκούπα και ανέβαιναν στον καναπέ για να σωθούν. Όταν όλο το σπίτι απαλλάχθηκε και από τον τελευταίο κόκκο σκόνης, ένιωσε επιτέλους ήρεμη.


Πέμπτη, 10 Απριλίου 2008

Ροζ κουρτίνες

Η Μαρίνα ήταν φοβερά θυμωμένη με την μικρή, γιατί σιχαινόταν ιδιαίτερα να την κοιτάζουν οι περαστικοί, αλλά δεν ήθελε να συνεχίσει τον άτυπο πόλεμο τους. Έτσι, την άφησε να καμαρώνει με το προκλητικό μπλουζάκι της και να κοιτάει δήθεν αδιάφορα έξω από το παράθυρο. Μία ώρα μετά την αναχώρηση τους, την ρώτησε αν ήθελε να φάει τίποτα, αλλά η Νίκη δεν μπήκε καν στον κόπο να της απαντήσει και έτσι δεν την ενόχλησε άλλο. Η Μαρίνα έστρεψε και πάλι την προσοχή της στο βιβλίο που διάβαζε και η Νίκη συνέχισε να βρίζει από μέσα της. Δεν αντάλλαξαν ούτε μια κουβέντα σε ολόκληρο το ταξίδι.

Όταν ο θυμός εγκατέλειψε την άνετη θέση στο στήθος της Μαρίνας, η λύπη πήρε την θέση του. Κοίταξε κλεφτά την μικρή. Έμοιαζε πολύ μόνη και εύθραυστη, παρά το επαναστατικό t shirt και το άνετο ύφος που είχε υιοθετήσει. «Μάλλον δεν θα είναι και τόσο απλά τα πράγματα μαζί της τελικά.» σκέφτηκε. «Δεν έχω ιδέα για το πώς πρέπει να της φερθώ. Δεν υπάρχει κανένας να συμβουλευτώ. Να τελικά που χρειάζονται και οι φίλοι.» σκεφτόταν. Τελικά προς το τέλος του ταξιδιού, η λύση εμφανίστηκε στο μυαλό της. «Θα αγοράσω βιβλία. Σίγουρα υπάρχουν εγχειρίδια συμβουλευτικής αγωγής για εφήβους. Αυτό είναι!» χάρηκε και χαμογέλασε αυθόρμητα στην Νίκη που γύρισε εκείνη την στιγμή το κεφάλι της. Η μικρή δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο, μόνο την κοίταξε ψυχρά.

Η Νίκη ένιωθε την αδικία να την πνίγει. Δεν έφτανε που αυτή η σιχαμένη γυναίκα την εγκατέλειψε όταν γεννήθηκε, τώρα την πρόδινε δεύτερη φορά και την ανάγκαζε να αφήσει τον γνώριμο κόσμο της για να σουρθεί μαζί της σε κάποια τρύπα της επαρχίας. Είχε μάλιστα το θράσος να της χαμογελά κιόλας. «Ναι, αμέ. Θα γίνουμε και φίλες! Περίμενε και θα δεις πως θα σε τακτοποιήσω.» σκεφτόταν. Κάθε ώρα που περνούσε αισθανόταν όλο και πιο θυμωμένη. Όταν τελικά έφτασαν στον προορισμό τους, κατέβηκαν αμίλητες από το τρένο και πήγαν στο κτελ για να πάρουν λεωφορείο για το χωριό, όπως εξήγησε λακωνικά η Μαρίνα. «Μάλιστα, ούτε καν στην Λάρισα δεν θα μένω. Ποιος ξέρει σε τι κατσικοχώρι θα με κλείσει!» Ο μονόλογος μέσα στο κεφάλι της Νίκης έδινε και έπαιρνε.

Όταν μπήκαν μέσα στο ταλαιπωρημένο λεωφορείο, η Νίκη ένιωσε το πρώτο πολιτισμικό σοκ, γιατί οι επιβάτες δεν κοιτούσαν αδιάφορα έξω από το παράθυρο όπως έπρεπε, αλλά αντίθετα κάρφωσαν τα μάτια τους πάνω της και άρχισαν τις ερωτήσεις στην Μαρίνα. «Τι κάνεις γιατρέ; Ποια είναι η τσούπρα;» «Κόρη σου; Και γιατί δεν μένατε μαζί; Ά τώρα θα είναι εδώ, μπράβο, μπράβο. Να την χαίρεσαι.» Η τελευταία ευχή ήταν κάπως μουδιασμένη βέβαια, γιατί το άγριο βλέμμα και τα εφιαλτικά ρούχα της Νίκης τους έδιναν την σιγουριά ότι ένα τέτοιο παιδί μόνο προβλήματα μπορούσε να φέρει, αλλά τι να κάνουν; Οι κανόνες της ευγένειας τους υποχρέωναν να ευχηθούν και να καλωσορίσουν την παράξενη μικρή.

Η Μαρίνα απαντούσε με λίγα λόγια, γιατί ήξερε πια πως η σιωπή θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση. Τους είπε πως η Νίκη έμενε με τον πατέρα της πριν, αγνοώντας το δολοφονικό βλέμμα που της έριξε η κοπέλα στο άκουσμα της λέξης πατέρας. Η Νίκη αισθανόταν φρικτά και σχεδόν ήταν έτοιμη να κρύψει το μπλουζάκι με το υψωμένο δάχτυλο που φορούσε, αλλά τελικά πήρε μια βαθιά ανάσα και ύψωσε το ανάστημα της για να πάρει θάρρος. «Σιγά μην τους κάνω την χάρη.» σκέφτηκε και ατσαλώθηκε μέσα στην μουσική της, αναγκάζοντας το μυαλό της να ταξιδέψει σε άλλους τόπους, ασφαλείς.

Μόλις μπήκαν στο σπίτι, η Μαρίνα άφησε ανακουφισμένη την βαλίτσα της στο πάτωμα και αγκάλιασε ένα, ένα τα γατιά που μαζεύτηκαν γύρω της. Η Νίκη χάρηκε με την αναπάντεχη παρέα των γατιών, γιατί αγαπούσε όλα τα ζώα, αν και δεν της είχαν επιτρέψει ποτέ να έχει δικό της κατοικίδιο. Της προκάλεσε μάλιστα έκπληξη που η ατσαλάκωτη, σοβαρή γυναίκα που είχε μπροστά της φερόταν με τόση τρυφερότητα στα ζωάκια. Φυσικά δεν είχε σκοπό να πει καλή κουβέντα. «Γάτες; Σιχαίνομαι τις γάτες. Βρομερά ζώα.» «Μην το λες, είναι πολύ καθαρές και καλή παρέα.» «Ναι, ok, ότι πεις. Πού είναι το δωμάτιο μου;» «Από εδώ.»  είπε η Μαρίνα και της άνοιξε την πόρτα σε ένα δωμάτιο με ροζ κουρτίνες και ροζ λουλουδάτο κάλυμμα στο κρεβάτι.»

«Σου αρέσει;» τόλμησε να ρωτήσει η Μαρίνα. «Καταπληκτικό, ότι ακριβώς ονειρευόμουν.» ήρθε η ειρωνική απάντηση. «Ναι, μάλλον δεν είναι στον τύπο σου.» παραδέχτηκε η Μαρίνα και έσπευσε να προσθέσει: «Μπορείς όμως να το διαμορφώσεις όπως θες εσύ. Σκέψου τι θες και αύριο μπορούμε να πάμε για ψώνια στην πόλη και να διαλέξεις εσύ τα έπιπλα και τα διακοσμητικά που σου αρέσουν.» της είπε χαμογελώντας και έφυγε από το δωμάτιο κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της, πριν η μικρή προλάβει να εκτοξεύσει κάποια προσβλητική ατάκα.

Η Νίκη εντυπωσιάσθηκε ιδιαίτερα από την τελευταία δήλωση, γιατί δεν περίμενε τέτοια προσφορά καλής θέλησης. «Ότι θέλω ε; κάτι μου λέει ότι θα το μετανιώσεις.» σκέφτηκε και άνοιξε το παράθυρο της, αφού πρώτα παραμέρισε την φρικτή κουρτίνα. Η θέα ήταν καταπληκτική. Ένας πανέμορφος κήπος, γεμάτος κλειστά μπουμπούκια από τριαντάφυλλα. Σχεδόν αισθάνθηκε όμορφα για μερικά λεπτά, μετά όμως ξαναβρήκε το σωστό τόνο ενόχλησης και κατσούφιασε ξανά. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και έκλεισε τα μάτια της. Σύντομα την πήρε ο ύπνος βυθίζοντας την μέσα σε μια ταραγμένη ομίχλη γεμάτη με ξένους που προσπαθούσαν να της σκίσουν τα ρούχα και της τραβούσαν επίμονα  τα μαλλιά για να μακρύνουν, όπως έλεγαν.

Η Μαρίνα άρχισε να μαγειρεύει χαμογελώντας στα γατιά και στον εαυτό της. «Καημένο παιδί. Τα μάτια της έλαμψαν μόλις της είπα να πάρει ότι θέλει για το δωμάτιο της. Έχει τόση ανάγκη από αποδοχή και αγάπη. Σιγά, σιγά νομίζω ότι θα τα καταφέρουμε.» είπε σιγανά, μιλώντας στις γάτες, που όπως πάντα συμφώνησαν σιωπηλά.


Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Δηλώσεις με κόκκινα γράμματα

Το επόμενο πρωί, η Νίκη δεν δυσκολεύτηκε να βρει μαύρα ρούχα . Η δικηγόρος την συνόδευσε στην κηδεία, όπου εμφανίστηκαν λιγοστοί άνθρωποι, γείτονες οι περισσότεροι. Κάποια στιγμή, πρόσεξε μια ψηλή γυναίκα που την κοιτούσε έντονα από μακριά. Κατάλαβε πως ήταν εκείνη. «Δεν μοιάζουμε καθόλου.» σκέφτηκε.

Η τελετή της φάνηκε ατελείωτη και πάρα πολύ θλιβερή. Τα συναισθήματα της την έπνιγαν, αλλά δεν μπορούσε να βγάλει ούτε ένα δάκρυ. Σκεφτόταν όλες τις φορές που είχε μιλήσει απότομα στην μητέρα της και το πόσο ανεπιτήδευτα καλή ήταν εκείνη. Όταν βγήκαν από την εκκλησία και πλησίασαν στον ανοιχτό τάφο, ένιωθε ότι δεν μπορούσε να καταπιεί. Ένα σχοινί γεμάτο κόμπους είχε σφηνωθεί στο λαιμό της. Ήθελε να ζητήσει λίγο νερό, αλλά δεν ήξερε από ποιον και έτσι τελικά, δεν είπε τίποτα.

Μετά ακολούθησε ένας φρικτός καφές, στην διάρκεια του οποίου είχε κατεβασμένο το κεφάλι, γιατί ντρεπόταν πολύ που την κοίταζαν όλοι. Ακόμα χειρότερη, ήταν η χειραψία που αντάλλαξε με όσους βρισκόταν εκεί. Ένα σωρό γριές την αγκάλιαζαν και την φιλούσαν σταυρωτά, ενώ εκείνη ένιωθε μια ακαταμάχητη ανάγκη να κάνει εμετό. Όταν έφυγαν όλοι, πλησίασε εκείνη. Κοιτάχτηκαν αμήχανα και η δικηγόρος έκανε τις συστάσεις. Όταν της έσφιξε το χέρι, η Νίκη ένιωσε τον εμετό να φτάνει στο στόμα της, αλλά κρατήθηκε με δυσκολία.

«Πάμε από το σπίτι να μαζέψεις τα πράγματα σου Νίκη.» της είπε σιγανά η γυναίκα. Η Νίκη δεν απάντησε, απλά μπήκε στο αυτοκίνητο σιωπηλή και πέρασε όλη την διαδρομή κοιτώντας επίμονα έξω από το παράθυρο. Η Μαρίνα συγκρατούσε με κόπο τα δάκρυα χαράς που της έσφιγγαν τα μάτια, γιατί ήξερε πως το παιδί πενθούσε και δεν ήταν ώρα για χαρούμενες δηλώσεις αιώνιας αγάπης. Ήταν όμως τόσο ευτυχισμένη! Η κόρη της. Την κοιτούσε κλεφτά και τρελαινόταν από υπερηφάνεια. Ήταν πανέμορφη και είχε το γαλάζιο βλέμμα του πατέρα της. Ήθελε να την αγκαλιάσει σφιχτά και να της πει πόσο πολύ την αγαπάει και ότι δεν θα χώριζαν ποτέ ξανά, αλλά παράμενε συγκρατημένη.

Παρόλο που το επιθυμούσε πολύ, ήταν άμαθη στις τρυφερότητες, αφού είχε 16 ολόκληρα χρόνια να αγκαλιάσει ή να φιλήσει κάποιο ανθρώπινο πλάσμα. Ακόμα, την κρατούσε σε απόσταση εκείνο το ψυχρό ύφος που φαινόταν να είναι κολλημένο πάνω στην νεαρή κοπέλα. «Προφανώς είναι σοκαρισμένο το παιδί ακόμα. Της έπεσαν πολλά μαζεμένα και πονάει ακόμα για εκείνη που γνώρισε ως μητέρα. Θα της περάσει όμως, και μετά θα είμαστε όπως πρέπει. Αγαπημένες σαν όλες τις μάνες και τις κόρες αυτού του κόσμου. Είναι και σε δύσκολη ηλικία. Εφηβεία. Σίγουρα είναι καλή μαθήτρια, φαίνεται έξυπνη. Και αν δεν καλή στο σχολείο, θα την βοηθήσω εγώ. Θα της μάθω πώς να μελετά και θα γίνει άριστη. Θα της ψωνίσω ρούχα, θα την πάω να κάνει ένα όμορφο κούρεμα στα μαλλάκια της.» σκεφτόταν ευτυχισμένη και κατάστρωνε σχέδια γεμάτα χαμόγελα και αρμονία.

Όταν έφτασαν στο σπίτι η Νίκη μπήκε στο δωμάτιο της και έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της. Η Μαρίνα δεν το πρόσεξε καν. Ήταν απασχολημένη να ελέγχει κάτι χαρτιά που της έδωσε η δικηγόρος και να ονειροπολεί για τις ευτυχισμένες μέρες που θα ερχόντουσαν. Αφού πέρασε μισή ώρα, χωρίς κανένα σημάδι από την μικρή, πήγε στο δωμάτιο της και χτύπησε ευγενικά την πόρτα. Δεν πήρε καμία απάντηση και έτσι άνοιξε και μπήκε στο δωμάτιο. Η Νίκη την κοίταξε ψυχρά και της είπε: «Δεν σου είπα να μπεις.» Η Μαρίνα οπισθοχώρησε ξαφνιασμένη από τον πάγο στην φωνή της, αλλά  δεν πτοήθηκε. «Πρέπει να φύγουμε σύντομα. Το τρένο φεύγει στις 3.» Η Νίκη απάντησε μόνο με ένα αδιάφορο σήκωμα των ώμων της.

«Μάζεψες τα πράγματα σου;» επέμεινε. «Όχι.» «Αφού σου είπα να το κάνεις. Γιατί δεν» «Και ποια είσαι εσύ που θα μου πεις τι θα κάνω;» την έκοψε η Νίκη κοιτάζοντας την προκλητικά. Η Μαρίνα στενοχωρήθηκε, αλλά δεν έπεσε στην παγίδα με τα εκρηκτικά που απλωνόταν μπροστά της. «Άκου, στις 3 φεύγουμε, είτε έχεις φτιάξει βαλίτσα, είτε όχι. Θεωρώ ότι θα είναι καλύτερο για εσένα να έχεις τα πράγματα σου μαζί σου, αλλά η επιλογή είναι δική σου.» της απάντησε κοιτώντας την ίσια στα μάτια, όπως έκανε όταν έπρεπε να πείσει κάποιον ξεροκέφαλο ασθενή της να ακολουθήσει τις συμβουλές της. Φαίνεται πως η τακτική έπιανε και σε πεισματάρηδες εφήβους, γιατί η μικρή σηκώθηκε και άρχισε να πετάει με θυμό cd και μαύρα αξεσουάρ μέσα σε ένα σακίδιο.

Η Μαρίνα βγήκε με αξιοπρέπεια από το δωμάτιο και πήγε στο σαλόνι για να ηρεμήσει. Άνοιξε το ράδιο και μόλις βρήκε το αγαπημένο της τρίτο πρόγραμμα αναστέναξε ανακουφισμένη, αλλά δεν πρόλαβε να χαρεί, γιατί από το δωμάτιο της Νίκης ξεπήδησαν θυμωμένες ηλεκτρικές κιθάρες και αγριευτικά ουρλιαχτά τραγουδιστών που κακοποιούσαν βάναυσα τις φωνητικές χορδές τους. Ήθελε πολύ να απαλλαγεί από τον θόρυβο, αλλά συνειδητοποίησε ότι δεν θα ήταν καλή ιδέα να κάνει παρατήρηση στην μικρή. «Άστη να κάνει την μικρή της επανάσταση. Σιγά, σιγά θα στρώσει.» σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να μεταφερθεί σε ένα πιο γαλήνιο μέρος.

Την ίδια ώρα η Νίκη μάζευε τα λιγοστά υπάρχοντα της και σκεφτόταν θυμωμένη, αλλά ψύχραιμη τα όπλα που θα χρειαζόταν για να αντιμετωπίσει τον καινούριο εχθρό. Τελικά φούντωσε τα μαλλιά της όσο περισσότερο μπορούσε, φόρτωσε τα πιο βαριά μεταλλικά τραγούδια της στο ipod της και παρουσιάστηκε πιο μουτρωμένη από ποτέ στο σαλόνι, αποφεύγοντας να ρίξει έστω και μια ματιά στην γυναίκα που ήταν εκεί. Αποχαιρέτησε βουβά το σπίτι της και ακόνισε τα μαχαίρια του θυμού της για να είναι ετοιμοπόλεμη.

Όταν έφτασαν στον σταθμό, ξεκούμπωσε το τζιν μπουφάν που φορούσε και ανταπόδωσε τα περίεργα βλέμματα στους άλλους ταξιδιώτες που την κοιτούσαν. Ένιωθε πολύ ευχαριστημένη, γιατί ήταν σίγουρη ότι η καθώς πρέπει κυρία που την συνόδευε πρέπει να κόντευε να πεθάνει από ντροπή για το μπλουζάκι με το υψωμένο δάχτυλο που φορούσε και το FUCK YOU που δήλωνε αποφασιστικά με κόκκινα γράμματα από κάτω. Το είχε ήδη αποφασίσει. Θα την έκανε να πληρώσει για την μεσημεριανή της ήττα και για άλλα πολλά ,χρωστούμενα περασμένων χρόνων.


Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2008

Συναυλία στο σαλόνι

Όταν η Μαρίνα βαρέθηκε το νησί αποφάσισε να μετακομίσει στην Λάρισα, χωρίς να έχει ιδέα γιατί. Κουβάλησε μαζί της έναν όμορφο παρδαλό γάτο που εξαφανίστηκε μόλις εγκαταστάθηκαν στο νέο τους σπίτι. «Κλασικό αρσενικό. Πάντα φεύγουν.» είπε δυνατά η Μαρίνα συνειδητοποίησε ότι μιλούσε μόνη της, γιατί δεν της είχαν απομείνει άλλες γάτες. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε άσχημα νιώθοντας μια φοβερή μοναξιά να την βαραίνει στο στήθος.

Το επόμενο πρωί, πήγε στην Λάρισα που διέθετε μαγαζί με κατοικίδια . «Αχ, γατάκι ...; ε, χμ. έχω και μάλιστα Περσίας , αλλά ξέρετε και τα 4 που μου έχουν απομείνει είναι μαύρα.» «Υπέροχα, λατρεύω τις μαύρες γάτες. Θα τα πάρω και τα 4.» του είπε αποφασιστικά αφήνοντας τον άναυδο. Έτσι κατέληξε να έχει 4 φουντωτά και κατάμαυρα γατιά. Η μοναξιά της εξαφανίστηκε.

Από τότε είχε περάσει αρκετός καιρός. Η Μαρίνα δεν είχε κάνει φίλες, αλλά είχε τις γάτες της και την δουλειά της και η ζωή της κυλούσε με τάξη και ηρεμία μέχρι πού έφτασε εκείνο το φοβερό γράμμα. Το γράμμα ήταν από μία δικηγόρο που την πληροφορούσε πως οι θείοι της είχαν πεθάνει και πως ήταν η μοναδική εν ζωή συγγενής τους. Η ανήλικη κόρη της θα κατέληγε σε ορφανοτροφείο αν δεν ήταν διατεθειμένη να αναλάβει την κηδεμονία της.

Η κόρη της. Εκείνο το αδύνατο μωράκι είχε μεγαλώσει τελικά και την χρειαζόταν. Πόσο χρονών ήταν; 16 φυσικά. Όσο ήταν και εκείνη όταν είχε μείνει έγκυος. Μια έφηβη. «Τι θα κάνω;» ρώτησε την Μουντζούρα που κοιμόταν κοντά στο τζάκι. Το γατί κούνησε ένα αυτί, σημάδι ότι την άκουσε, αλλά δεν της απάντησε. Φυσικά η Μαρίνα ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Δεν ήταν δυνατόν να εγκαταλείψει για δεύτερη φορά το παιδί της. Η ζωή της θα άλλαζε δραματικά και πάλι, αλλά ίσως και να ήταν όμορφα. Θα είχε κάποιον που θα την αγαπούσε και θα μπορούσε επιτέλους να δώσει στην κόρη της όσα της στέρησε τόσα χρόνια. Πήρε αμέσως τηλέφωνο στο νούμερο που της είχε γράψει η δικηγόρος και της είπε πως θα κατέβαινε στην Αθήνα την επόμενη μέρα για να αναλάβει τα καθήκοντα της.

Την ίδια ώρα η Νίκη καθόταν σε ένα σκληρό πάγκο του νοσοκομείου και προσπαθούσε να συνέρθει. Αισθανόταν τελείως ανήμπορη και χαμένη. Δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να γίνει. Ξαφνικά μια καλοντυμένη γυναίκα που κρατούσε μια τεράστια τσάντα την πλησίασε και την κοίταξε από πάνω ως κάτω. Η Νίκη ήξερε ότι κοιτούσε επικριτικά τα κακοκουρεμένα μαλλιά της, τα κατάμαυρα ρούχα της, τα περικάρπια με τα καρφιά.

«Η δεσποινίς Μαργίνη;» «Ναι.» «Καλημέρα. Λυπάμαι φοβερά για την απώλεια σας. Λέγομαι Αριστέα Καλογήρου και είμαι η δικηγόρος της μητέρας σας.» «Μάλιστα.» «Θα σας συνοδεύσω σπίτι σας, πρέπει να μιλήσουμε. Μην ανησυχείτε για τα τυπικά της νεκρώσιμης ακολουθίας. Θα τα κανονίσω όλα εγώ.» Η Νίκη σηκώθηκε και ακολούθησε την δικηγόρο, γιατί δεν ήξερε τι άλλο να κάνει.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο της κυρίας Καλογήρου που άρχισε να οδηγεί σιωπηλά. Κάποτε έφτασαν στο σπίτι που φάνταζε τρομακτικά ήσυχο. Κάθισαν στην τραπεζαρία από καρυδιά που τόσο αγαπούσε η μητέρα της. Η δικηγόρος της εξήγησε με λίγα λόγια την κατάσταση.

«Η μητέρα σας δεν ήταν η φυσική σας μητέρα δεσποινίς Μαργίνη. Ήταν κάποια μακρινή συγγενής σας που σας είχε υιοθετήσει.» Η Νίκη θα αισθανόταν λιγότερη έκπληξη αν ξαφνικά άνοιγε η πόρτα και έμπαιναν μέσα οι Iron Maiden για μια συναυλία στο σαλόνι της. «Τι;» ψέλλισε. «Καταλαβαίνω ότι πρόκειται για σοκ. Η θετή μητέρα σας τα έχει κανονίσει όλα, μην ανησυχείτε. Θα μείνω εδώ μαζί σας σήμερα και αύριο μετά από την κηδεία θα πάτε στο καινούριο σας σπίτι. Μην φοβάστε για την αμοιβή μου. Έχω ήδη πληρωθεί.»

Η Νίκη τρομοκρατήθηκε. Προφανώς το νέο της σπίτι θα ήταν κάποιο ορφανοτροφείο. Στο μυαλό της ήρθαν αυτόματα οι ταινίες που είχε δει σχετικά με το θέμα. Ήταν όλες φρικτές. «Έχετε καμία απορία;» «Ε, ναι. Τι εννοείτε το νέο μου σπίτι; Δεν μπορώ να μείνω εδώ;» «Είστε ανήλικη, οπότε όχι. Η κυρία Μαργίνη σας έχει κληροδοτήσει το σπίτι, αλλά μπορείτε να το εκμεταλλευτείτε μετά την ενηλικίωση σας. Το καινούριο σας σπίτι είναι σε ένα χωριό κοντά στην Λάρισα. Εκεί μένει η φυσική σας μητέρα, η οποία δέχθηκε να αναλάβει την κηδεμονία σας.»

Αυτή την φορά στο σαλόνι της Νίκη μπήκαν οι Metallica, οι Sex Pistols, o Ozzy και το Rockwave έλαβε χώρα πάνω στον καναπέ της. Έμεινε άφωνη για λίγα δευτερόλεπτα κοιτώντας το κενό και τελικά τόλμησε να ρωτήσει. «Δηλαδή η πραγματική μου μητέρα ζει; Και τότε γιατί;» «Δεσποινίς Μαργίνη, δυστυχώς δεν είναι δική μου αρμοδιότητα να απαντήσω σε αυτές τις ερωτήσεις. Είμαι σίγουρη όμως πως η μητέρα σας θα σας λύσει όλες σας τις απορίες.» είπε η δικηγόρος. «Μπορείτε τουλάχιστον να μου πείτε πως την λένε; Ούτε αυτό δεν ξέρω.» είπε θλιμμένα η Νίκη.

Η δικηγόρος σχεδόν έχασε το άψογο επαγγελματικό της ύφος στο άκουσμα αυτής της ερώτησης, γιατί ήταν και η ίδια μητέρα και ένιωθε μεγάλη συμπόνια για την μαυροντυμένη έφηβη που ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Ξαναβρήκε όμως γρήγορα την ψυχραιμία της και είπε ανέκφραστα : «Μαρίνα. Έτσι ονομάζεται.» «Μαρίνα.» Η Νίκη στριφογύρισε την λέξη μέσα στο στόμα της προσπαθώντας να βρει τι γεύση είχε.

«Δεν μπορεί, σίγουρα είναι απαίσιος άνθρωπος. Τι είδους μάνα παρατάει το παιδί της; Πως μπόρεσε να το κάνει αυτό; Πάλι καλά που δεν με πέταξε σε κανένα σκουπιδοτενεκέ, όπως λένε στις ειδήσεις! « σκεφτόταν καθώς έβαζε τα ακουστικά στα αυτιά της και ξάπλωνε στο κρεβάτι της. «Τώρα εξηγούνται κάποια πράγματα. Για αυτό η μαμά μου.» έκοψε την πρόταση στην μέση. «Τι λέω. Ποια μαμά μου; Η κυρία Μαργίνη που λέει και η ξινή δικηγόρος. Έτσι εξηγείται γιατί η Στέλλα και ο άνδρας της ήταν τόσο μεγάλοι σε ηλικία. Πόση κοροϊδία έφαγα για αυτό στο σχολείο! Από το νήπιο με κορόιδευαν τα βλαμμένα.» Ξαφνικά την πήρε το παράπονο, αλλά δαγκώθηκε, γιατί είχε αποφασίσει να μην κλάψει ξανά. Δυνάμωσε την μουσική και μετά από λίγο ηρέμησε. «Αυτή, αυτή η σκύλα φταίει για όλα. Αυτή φταίει για αυτό που είμαι, για την μοναξιά που αισθανόμουν πάντα, για αυτή την συμφορά. Θα τα πούμε λοιπόν κυρία Μαρίνα. Από την καλή και από την ανάποδη.» Συνέχισε να ακούει την μουσική της προσπαθώντας να βρει εκεί μέσα την δύναμη που της ήταν τόσο απαραίτητη.


Κυριακή, 2 Μαρτίου 2008

Το πρώτο μαύρο

Όλοι οι υπόλοιποι μήνες της εγκυμοσύνης της πέρασαν αδιάφορα με πολλές ταινίες στο βίντεο, γαλήνιες εκδρομές και απεριόριστη φροντίδα. Η εγκυμοσύνη ήταν καλή, σχεδόν ξέχναγε ότι ήταν έγκυος, λες και το ανεπιθύμητο μωρό προσπαθούσε να είναι όσο πιο διακριτικό γινόταν. Ο Τόλης επικοινωνούσε τακτικά μαζί της, κουβέντιαζαν για ώρα στο τηλέφωνο και αντάλλασσαν γράμματα με τα νέα τους, στολισμένα με καρδούλες και I love you forever. Δεν την ρωτούσε ποτέ για το μωρό. Ήταν πιο εύκολο και για τους δυο να προσποιούνται ότι δεν υπήρχε. Ανυπομονούσαν να ξαναβρεθούν μαζί. Τότε άρχισε να φοράει μαύρα ρούχα, γιατί την έδειχναν κάπως λιγότερο παχιά και συμβόλιζαν την μοναξιά της.

Ένα βράδυ, εκεί που έβλεπε μια ελληνική ταινία στην τηλεόραση, ένιωσε πόνους. Οι θείοι της ετοιμάστηκαν για το νοσοκομείο και ο φόβος την τύλιξε. Καθώς οι πόνοι δυνάμωναν, η Μαρίνα άρχισε να πιστεύει ότι το μωρό έπαιρνε την εκδίκηση του, για την αδιάφορη στάση της. Γέννησε μετά από 8 ώρες αφόρητων πόνων που της έκοβαν την ανάσα, όταν πια είχε πειστεί ότι θα πέθαινε. Οι νοσοκόμες δεν είχαν ενημερωθεί για την υιοθεσία και της έδωσαν το μωρό στην αγκαλιά της. Η Μαρίνα ντράπηκε να πει πως δεν ήθελε και έτσι βρέθηκε να κρατάει ένα εύθραυστο πακετάκι που τσίριζε δυνατά. Μόλις όμως ακούμπησε πάνω της ηρέμησε και της έσφιξε το δάχτυλο με τα λιλιπούτεια χεράκια του.

Τότε κάτι έσπασε μέσα στην Μαρίνα και η βολική αδιαφορία της μετατράπηκε σε μια ασύμφορη στοργή. Η κόρη της ήταν πανέμορφη. Ένα μικροσκοπικό, τέλειο πλάσμα . Η Μαρίνα ένιωσε ξαφνικά υπέροχα που ήταν μητέρα. Τις τρεις ημέρες που έμεινε στο νοσοκομείο αγάπησε με πάθος το μωρό της. Όταν ήρθε η ώρα να γυρίσουν σπίτι, ξαφνικά θυμήθηκε ότι θα έπρεπε να την αποχωριστεί.

Έκλαψε για ώρες, φώναξε, τους δήλωσε ότι δεν θα την χώριζαν από την κόρη της για τίποτα στον κόσμο. Ο θείοι της κάλεσαν έντρομοι τους γονείς της και εκείνοι κατέφθασαν ετοιμοπόλεμοι. Της εξήγησαν για άλλη μια φορά, πόσο θα κατέστρεφε την ζωή της, το μαύρο μέλλον που την περίμενε, τις τραγικές συνέπειες. Εκείνη δεν πείστηκε. Δεν είχε επιχειρήματα να τους πει, μόνο επαναλάμβανε ότι αγαπούσε το μωρό της. Τελικά την ανάγκασαν να φύγει, αφήνοντας την μικρή πίσω. Έκλαιγε σε όλο τον δρόμο του γυρισμού.

Όταν έφτασαν στην Αθήνα επικοινώνησε αμέσως με τον Τόλη. Είχε ένα σχέδιο στο μυαλό της και ανυπομονούσε να το μοιραστεί μαζί του. Ήταν απόλυτα σίγουρη, ότι θα συμφωνούσε μαζί της και πως θα τα οργάνωνε όλα τέλεια .

Όταν όμως είπε στον Τόλη ότι ήθελε να παντρευτούν και να μεγαλώσουν μαζί το παιδί τους, εκείνος έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω. Μετά αναστέναξε, κοίταξε τα παπούτσια του, μελέτησε τα χέρια του , έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό και τελικά ψέλλισε ένα «Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, σ'αγαπώ αλλά, αλλά δεν είμαι έτοιμος να γίνω πατέρας. Δεν αισθάνομαι έτσι.» «Εμ, βέβαια , δεν γένναγες εσύ για 8 ώρες!»  «Δεν είναι αυτό. Απλά δεν συμφωνήσαμε αυτό.» «Το ξέρω, αλλά εσύ δεν την είδες. Είναι πανέμορφη. Τέλεια. Εσύ και εγώ μαζί.» «Σταμάτα. Δεν θέλω να ακούσω. Είμαστε πολύ νέοι. Θέλω να σπουδάσω, να γίνω δικηγόρος. Πως θα το κάνω αυτό με ένα μωρό να κλαίει όλη μέρα;» Η Μαρίνα τον κοίταξε σιωπηλή. Η αφόρητη προδοσία κατάπιε σε μια στιγμή τον έρωτα της.

«Κατάλαβα. Δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου. Για εμένα δεν υπάρχεις πια. Καλή τύχη στην λαμπρή καριέρα σου.» του φώναξε και του γύρισε την πλάτη. Ο Τόλης την κοίταξε να απομακρύνεται αργά. Κούνησε το κεφάλι του αρνούμενος σε έναν αόρατο εχθρό. Την αγαπούσε πραγματικά, αλλά όχι περισσότερο από τον εαυτό του.

Η Μαρίνα αφοσιώθηκε στις σπουδές της. Το μόνο που έκανε ήταν να διαβάζει. Με τους γονείς της διατηρούσε τυπικές σχέσεις. Ποτέ ξανά δεν τους έδωσε αφορμή για παρατηρήσεις, αλλά και ποτέ δεν τους ανοίχτηκε. Δεν ένιωθε καμιά αγάπη για αυτούς πια. Στην πραγματικότητα δεν ένιωθε στοργή για κανένα πλάσμα. Ήταν λες και εκείνο το μωρό απορρόφησε όλη της την ικανότητα να αγαπάει. Τα συναισθήματα της στέρεψαν.

Στην αρχή έκλαιγε όποτε έβλεπε φωτογραφίες μωρών, αλλά σιγά, σιγά το ξεπέρασε. Ήταν δυνατή και πήρε την απόφαση να μην ξαναπονεσει για κανέναν πια. Οι γονείς της είχαν επικοινωνία με τους θετούς γονείς της μικρής που τους ενημέρωναν τακτικά για την υγεία και την πρόοδο της εγγονής τους, αλλά στην Μαρίνα είχαν πει πως είχαν μετακομίσει στο εξωτερικό και δεν είχαν νέα τους. Τα μαύρα ρούχα έγιναν η μόνιμη στολή της. Το πένθος της ήταν καλά κρυμμένο, αλλά μόνιμο.

Η Μαρίνα τελικά τα κατάφερε. Έγινε μια εξαίρετη παθολόγος, σχολαστική και φοβερά ψύχραιμη( ή ψυχρή όπως σχολίαζαν οι κακεντρεχείς.) Μόλις ξεμπέρδεψε με τις σπουδές της, αυτοεξορίστηκε σε ένα νησί για να δουλέψει. Στους γονείς της δεν ξαναμίλησε ούτε από το τηλέφωνο. Δεν κατάφερε ποτέ να τους συγχωρήσει. Όταν πέθανε ο πατέρας της, ήταν 29 χρονών. Πήγε στην κηδεία χωρίς να χύσει ούτε ένα δάκρυ, ενώ η θέα της μητέρας της που έκλαιγε δεν της προκάλεσε απολύτως κανένα συναίσθημα. 2 χρόνια μετά πέθανε και η μητέρα της. Αυτή την φορά δεν πήγε καν στην κηδεία.

Μια συννεφιασμένη μέρα, όπως περπατούσε στο πλακόστρωτο του νησιού, άκουσε ένα θλιμμένο ήχο, που έμοιαζε πολύ με κλάμα μικρού παιδιού. Αφού έψαξε για λίγο, ανακάλυψε ένα νεογέννητο γατάκι με ένα μάτι, μέσα σε ένα κάδο σκουπιδιών. «Καημένο μου , δεν φτάνει που σε θεώρησαν σκουπίδι, σου έβγαλαν και το ματάκι σου. Φτωχό μωρό μου.» του είπε τρυφερά και με έκπληξη διαπίστωσε ότι δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα της. Το γατάκι συνέχισε να κλαψουρίζει μέχρι που κοιμήθηκε στην αγκαλιά της, μια μικρή, κατάμαυρη μπαλίτσα.

Η Μαρίνα το κράτησε στην αγκαλιά της και το τάισε με σύριγγα και απέραντη υπομονή μέχρι που εκείνο ηρέμησε και αποκοιμήθηκε ευτυχισμένο μέσα στην ζακέτα της. Το ζωάκι μεγάλωνε γρήγορα, απόλυτα αφοσιωμένο στην Μαρίνα και ανταπέδιδε με γουργουρητά και επίμονα γλειψίματα τις φροντίδες της. Η Μαρίνα ένιωθε όμορφα που την περίμενε κάποιος στο σπίτι όταν γυρνούσε. Μερικές φορές όταν ξυπνούσε και έβλεπε το γατί που κοιμόταν δίπλα στο κεφάλι της ένιωθε σχεδόν ευτυχισμένη.

Από τότε είχε πάντα γάτες στο σπίτι της. Περιμάζευε όποιο εγκαταλειμμένο αιλουροειδές έβρισκε και είχε πάντα συντροφιά.  Παρατήρησε ότι οι περισσότερες γάτες που ήταν χωρίς αφεντικό, ήταν μαύρες. «Μπορεί να διώχνουν κυρίως τις μαύρες, γιατί πιστεύουν ότι θα τους φέρουν γρουσουζιά ή επειδή δεν είναι τόσο όμορφες όσο οι άλλες γάτες. Τι ηλίθιοι που είναι οι άνθρωποι! Το μόνο πράγμα που φέρνει μια γάτα, ανεξαρτήτου χρώματος είναι αγάπη.» μονολογούσε δυνατά.


Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2008

Τότε που ήταν ευτυχισμένη

Όταν τα πιστά γατιά συνέφεραν την Μαρίνα, εκείνη ανακάθισε στο πάτωμα ανάμεσα τους, με μάτια γεμάτα τρόμο. Το παρελθόν την είχε χτυπήσει με τρομερή μανία. Το σοκ την γύρισε πολλά χρόνια πίσω, τότε που ήταν ευτυχισμένη.

Όταν γεννήθηκε ήταν ένα πανέμορφο μελαχρινό μωρό, που γέμισε αυτόματα την ζωή των γωνιών της με ευτυχία. Η μητέρα της πλησίαζε τα 40 και φοβόταν πολύ ότι δεν θα αποκτούσαν παιδιά. Η γέννηση της Μαρίνας όμως έσβησε την ανησυχία τους και ολοκλήρωσε απόλυτα την ζωή τους. Την φρόντιζαν με αφοσίωση και έδιναν καθημερινούς όρκους πως δεν θα της έλειπε ποτέ τίποτα και πως θα ήταν πάντα ευτυχισμένη. Ο πατέρας της ήταν ένα επιτυχημένος χειρούργος και τα χρήματα που έβγαζε άφθονα.

Όσο μεγάλωνε η Μαρίνα φαινόταν ότι ήταν ένα εξαιρετικά έξυπνο παιδί και ότι η ζωή της θα ήταν πράγματι υπέροχη και γεμάτη επιτυχίες. Άριστη μαθήτρια, κοφτερό μυαλό, υπάκουη κόρη. Ένα από εκείνα τα φωτεινά πλάσματα που θαύμαζαν όλοι και με μια σπάνια αγνή ψυχή που εντυπωσίαζε περισσότερο από όλα τα άλλα προσόντα της.

Ακόμα και τρομερή εφηβεία της φέρθηκε με επιείκεια. Παρέμεινε όμορφη χωρίς ούτε ένα σιχαμερό σπυράκι κα με την καλή της διάθεση ανέπαφη. Όλα αυτά όμως έμελλε να αλλάξουν ριζικά και ανεπανόρθωτα. Ήταν η πρώτη μέρα που η Μαρίνα άρχισε το λύκειο. Ένα τέταρτο αφού είχε ήδη χτυπήσει το κουδούνι, άνοιξε η πόρτα. Μπήκε ένας αργοπορημένος μαθητής, που ήταν το ωραιότερο πλάσμα που είχε δει ποτέ της. Καστανός, με γαλάζια μάτια και εντυπωσιακό χαμόγελο. Η Μαρίνα ξέχασε σχεδόν να αναπνεύσει.

Η θέση δίπλα της ήταν άδεια και έτσι ο νεαρός θρονιάστηκε εκεί, κάνοντας όλες τις συμμαθήτριες της να λυσσάξουν από την ζήλια τους. Τον έλεγαν Αποστόλη και τον φώναζαν Τόλη, της ψιθύρισε. Η Μαρίνα εντυπωσιάστηκε ακόμα περισσότερο όταν κατάλαβε ότι ο Τόλης ήταν πανέξυπνος και άριστος μαθητής. Στο διάλειμμα της είπε ότι ήταν καινούριος σε αυτό το σχολείο και στην Αθήνα και ότι θα'θελε πολύ να του έδειχνε τα κατατόπια. Έτσι το Σάββατο το βράδυ, η Μαρίνα είχε το πρώτο της ραντεβού.

 Πέρασε όλη την ημέρα της δοκιμάζοντας ρούχα και παπούτσια. Παράλληλα μιλούσε με την κολλητή της, την Πέγκυ στο τηλέφωνο. Η Πέγκυ είχε ήδη πολλά ραντεβού στο ενεργητικό της και της έδινε πολύτιμες συμβουλές. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει από την αγωνία. Το ραντεβού ήταν τέλειο. Έκαναν μια ατελείωτη ρομαντική βόλτα στην παραλία και μετά έκατσαν για καφέ στην πιο κεντρική καφετέρια της Γλυφάδας. Η Μαρίνα γύρισε στο σπίτι της στις 11.30 και άκουσε μια φοβερή κατσάδα από τους γονείς της, ή μάλλον έκανε ότι άκουγε, γιατί το μυαλό της φτερούγιζε διαρκώς στον Τόλη. Ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της.

Γρήγορα έγιναν το πιο αξιοζήλευτο ζευγάρι του σχολείου. Η μητέρα της κάτι είχε καταλάβει, αλλά ήταν πεπεισμένη ότι επρόκειτο για παιδιάστικο φλερτ και έτσι δεν ανησυχούσε. Η ζωή τους ήταν τέλεια και τα παιδιά αχώριστα. Την ημέρα των δέκατων έκτων γενεθλίων της Μαρίνας, έκαναν έρωτα για πρώτη φορά και οι δύο, ολοκληρώνοντας την ευτυχία τους.

Η ζωή συνέχισε να κυλά όμορφα, μέχρι εκείνο το καταραμένο πρωινό που η Μαρίνα ξύπνησε νιώθοντας απαίσια και έκανε δυο φορές εμετό. Στην αρχή πίστεψε πως ήταν κάποια ίωση και δεν έδωσε σημασία. Μετά από δυο εβδομάδες όμως, ο Τόλης την έπεισε να κάνει τεστ εγκυμοσύνης. Ήταν ήδη τριών μηνών. Η περίοδος της ποτέ δεν ήταν σταθερή και κυκλοφορούσε η ακλόνητη φήμη πως δεν μένεις έγκυος την πρώτη φορά. Όλες τις επόμενες είχαν χρησιμοποιήσει προφυλακτικό και έτσι έπεσαν και οι δύο από τα σύννεφα.

Ο τέλειος κόσμος τους σκόρπισε σαν χαρτοπόλεμος. Τα δυο παιδιά τα είχαν τελείως χαμένα. Ο Τόλης τριγυρνούσε αμίλητος και κατσουφιασμένος και η Μαρίνα έκλαιγε διαρκώς. Πέρασε ένας ολόκληρος μήνας μέχρι να πάρουν την μεγάλη απόφαση και να το πουν στην μητέρα της Μαρίνας.

Η ανυποψίαστη μητέρα έπαθε σοκ, ούρλιαξε, τους έβρισε και μετά μπήκε σε έξαλλη κατάσταση στο γραφείο του συζύγου της και τον εξαγρίωσε όπως έπρεπε. Πήραν αμέσως τηλέφωνο τους γονείς του Τόλη, που κατέφθασαν με απειλές και φωνές. Έμειναν για πολλή ώρα στο τακτοποιημένο σαλόνι, φωνάζοντας ο ένας στον άλλος και στα δυστυχισμένα παιδιά που κοιτούσαν τα πλακάκια με αγωνία. Ο Τόλης, της κράταγε το χέρι, αλλά η Μαρίνα ένιωθε να πλέει αβοήθητη στην αγριεμένη θάλασσα της φρίκης.

Τελικά η ετυμηγορία βγήκε. Ήταν ήδη αργά για έκτρωση και έτσι η Μαρίνα θα πήγαινε να μείνει με τους θείους της στην Θεσσαλονίκη. Όταν γεννούσε, εκείνοι θα υιοθετούσαν το παιδί και η Μαρίνα θα ξαναγύριζε στην Αθήνα για να συνεχίσει την ζωή της. Το νεαρό ζευγάρι συμφώνησε σιωπηλά. Δεν ήθελαν να αποχωριστούν ο ένας τον άλλο, αλλά οι γονείς τους ήταν ανένδοτοι και δεν τους έδιναν καμία εναλλακτική λύση.

Η Μαρίνα έφυγε για Θεσσαλονίκη μια εβδομάδα μετά, αφού πρώτα αποχαιρέτησε κρυφά τον Τόλη. Έκλαιγαν και οι δύο. Οι μακρινοί θείοι της δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά, αλλά τα λάτρευαν και ήθελαν πολύ να έχουν το δικό τους μωρό. Φρόντιζαν πάρα πολύ την Μαρίνα. Την διαβεβαίωσαν ότι το μωρό θα είχε μια υπέροχη ζωή μαζί τους, αλλά την Μαρίνα δεν την ένοιαζε, γιατί δεν είχε κανένα συναίσθημα για εκείνο το πλάσμα που μεγάλωνε μέσα της. Το μόνο που ήθελε ήταν να απαλλαγεί από τον εισβολέα και να έχει και πάλι τον έλεγχο του κορμιού και της ζωής της.


Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

H Μαρίνα



Από τότε που ήταν 17 χρονών φορούσε μαύρα. Δεν είχε ρούχα σε άλλα χρώματα. Ακόμα και εκείνες τις τρεις μέρες στο νοσοκομείο, είχε εμφανισθεί με μαύρες πιζάμες που προκάλεσαν ένα σωρό ειρωνικά σχόλια στις νοσοκόμες και τις έκαναν να αγανακτήσουν με τα μυαλά των νεαρών κοριτσιών. Τώρα που είχε ήδη κλείσει τα 33, φορούσε ταγιέρ όταν δούλευε και φούστες μέχρι το γόνατο στο σπίτι. Πάντα όμως σε μαύρο χρώμα.

Η Μαρίνα αγαπούσε δύο πράγματα. Την δουλειά της και τις γάτες. Και τα δυο της απορροφούσαν αρκετό χρόνο. Είχε 4 γάτες και πολύ περισσότερους ασθενείς. Στην αρχή δεν την καλόβλεπαν στο μικρό χωριό, που είχε εγκατασταθεί. Δεν έφτανε που ήταν γυναίκα, ήταν και αγενέστατη. Με το αγενέστατη, οι ντόπιοι εννοούσαν ότι δεν χαιρέτησε τους πάντες την πρώτη μέρα που ήρθε στο χωριό.

Η Μαρίνα σίγουρα δεν ήταν ο πιο φιλικός άνθρωπος στον πλανήτη, αλλά ποτέ δεν το θεώρησε ελάττωμα αυτό. Δυσκολεύτηκε είναι η αλήθεια, να προσαρμοστεί στο ανελέητο κουτσομπολιό και τον απροκάλυπτο έλεγχο στην προσωπική ζωή, που ήταν το αγαπημένο χόμπι των κατοίκων. Την πρώτη φορά που μια γειτόνισσα της άνοιξε την τσάντα με τα ψώνια, ρωτώντας χαρωπά « Τι καλά πήρες σήμερα;» κόντεψε να πάθει συγκοπή! Τελικά όμως κατάφερε να συνηθίσει. Σχεδόν. Οι ντόπιοι την κουτσομπόλεψαν με πάθος (Ακούς εκεί 4 γάτες και όλες μαύρες!) , την υποπτεύθηκαν ακαριαία (Τριαντάρα και ανύπαντρη; Μπας και είναι ανώμαλη;), την κοίταξαν με όση αδιακρισία διέθεταν (Μμμ ...;ξερακιανή είναι, άμα δεν έχει καμπύλες η γυναίκα ...;) και τελικά την αποδέχτηκαν, αφού κατάλαβαν ότι ενδιαφερόταν για αυτούς με πρωτόγνωρο τρόπο, που κανείς άλλος γιατρός δεν τους είχε δείξει ποτέ. Τώρα ήταν αξιοσέβαστο μέλος της μικρής κοινωνίας. Έμαθε να καλημερίζει δυνατά δυο και τρεις φορές όλους τους κατοίκους που συναντούσε και οι χωρικοί χώνεψαν χωρίς εξηγήσεις τα πένθιμα ρούχα της. Ήταν βέβαια πάντα μοναχική και λιγομίλητη, αλλά εξαίρετη παθολόγος και έτσι όλοι ήταν ικανοποιημένοι.

Η δουλειά για την Μαρίνα ήταν το μόνο πράγμα που πρόσφερε ποικιλία στην απόλυτα τακτική ζωή της. Η τάξη, της ήταν απαραίτητη για να λειτουργήσει. Η ακαταστασία την αποσυντόνιζε και την έκανε να τρέμει από το άγχος. Το σπίτι της έλαμπε πάντα και τα πιάτα των γατιών γυάλιζαν περήφανα, γιατί τα έπλενε 3 φορές την ημέρα.

Εκείνο το πρωί όμως, η τακτοποιημένη της ζωή θα γινόταν κομμάτια. Ο κυρ Γιώργης, ο ταχυδρόμος της χτύπησε πρωί, πρωί την πόρτα. Η Μαρίνα έριξε μια ματιά στο σαλόνι της για να αποκλείσει την απίθανη περίπτωση κάποιο αντικείμενο να έχει ξεφύγει ύπουλα από την θέση του για να την ντροπιάσει. Φυσικά όλα ήταν στην εντέλεια και έτσι άνοιξε τελικά την πόρτα. Κέρασε τον ταχυδρόμο ένα γενναίο κομμάτι σπιτικό κέικ πορτοκάλι και όταν εκείνος έφυγε χορτάτος και χαμογελαστός, άνοιξε το γράμμα που της είχε φέρει. Δεν ήταν πάνω από 10 γραμμές με τυπικά λόγια, εκφρασμένα στα  άψογα ελληνικά που τόσο αγαπούσε.  Η Μαρίνα σηκώθηκε όρθια, πράγμα που αποδείχθηκε μεγάλο λάθος, γιατί αμέσως μετά έπεσε λιπόθυμη πάνω στο σκληρό πάτωμα. Οι γάτες μαζεύτηκαν γύρω της απελπισμένες και νιαούριζαν δυνατά, μέχρι που τελικά συνήλθε.


Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

Η Νίκη

Η Νίκη μάζεψε τα μακριά καστανά μαλλιά της σε μια τακτοποιημένη αλογοουρά. Τα θαύμασε για λίγο στον καθρέφτη. Μετά πήρε ένα μεγάλο ψαλίδι και τα έκοψε από την βάση της αλογοουράς. Κοίταξε ικανοποιημένη το αποτέλεσμα. Χαμογέλασε πλατιά στο είδωλο της και μετά άρχισε να κλαίει. Η Στέλλα χτύπαγε απελπισμένα την πόρτα, αλλά δεν πήρε απάντηση. «Θεέ μου. Αυτή η εφηβεία είναι μαρτύριο!» σκέφτηκε.

Η Νίκη ήταν 16 χρονών και περνούσε την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής της. Όλα της φαίνονταν φρικτά. Είχε την αίσθηση ότι ήταν κλεισμένη μέσα σε ένα μικρό μαύρο κουτί. Χτυπούσε διαρκώς πάνω στους παγωμένους τοίχους του και δυσκολευόταν να ανασάνει.  Δεν είχε ποτέ ιδανικές σχέσεις με τους γονείς της, αλλά τώρα τελευταία, τα πράγματα είχαν γίνει πραγματικά δύσκολα. Ώρες, ώρες ένιωθε ότι μισούσε την μητέρα της. Πιο πολύ όμως μισούσε τον εαυτό της.

Η Στέλλα παράτησε την πόρτα και την προσπάθεια και πήγε στο σαλόνι. Πριν κάτσει στον βελούδινο καναπέ ίσιωσε ένα εντελώς ίσιο πετσετάκι. Τα νεύρα της ήταν τεντωμένα και ένιωθε φοβερά κουρασμένη. Τέτοιες ώρες της έλειπε φοβερά ο άντρας της. Ο Μιχάλης είχε ελευθερωθεί από τις ταλαιπωρίες αυτού του κόσμου, 5 χρόνια πριν. Τότε η Νίκη, ήταν ακόμα ένα σχετικά γλυκό κοριτσάκι. Βέβαια από μωρό , ήταν κάπως απόμακρη και πεισματάρα, αλλά τουλάχιστον δεν τους δημιουργούσε τραγικά προβλήματα. Ποτέ δεν μπορούσαν να την ευχαριστήσουν απόλυτα. Ίσως έφταιγε η μεγάλη τους ηλικία ή κάποιο είδος διαίσθησης της μικρής.

 Σε μια εβδομάδα η Στέλλα θα έκλεινε τα 60. Μπορεί για αυτό να εξαντλούταν τόσο γρήγορα η υπομονή και τα πόδια της. Τέλος πάντων, θα την άφηνε να ξεθυμάνει και θα πήγαινε να πλαγιάσει. Ξάπλωσε στο αχρείαστα διπλό κρεβάτι, αφήνοντας όπως πάντα χώρο για τις αναμνήσεις στην δεξιά πλευρά. Μετά άπλωσε το χέρι της και έπιασε τις σωτήριες ωτοασπίδες που παλιά την προστάτευαν από το αρκουδίσιο ροχαλητό του άντρα της και τώρα πια, μόνο από τα μανιασμένα ουρλιαχτά εκείνων που θεωρούσε τραγουδιστές η Νίκη.

Η Νίκη αποκοιμήθηκε και αυτή όταν τελείωσε το cd των Metallica , κουλουριασμένη δίπλα στο κασετόφωνο που καθόταν πάνω στην παχιά πράσινη μοκέτα. Ο ύπνος την ξεκούραζε, γιατί δεν έβλεπε ποτέ όνειρα. Κάπως έτσι φανταζόταν και τον θάνατο.

Όταν η Στέλλα σηκώθηκε αναζωογονημένη από τον μεσημεριανό ύπνο. Έστυψε μια πορτοκαλάδα και ξαναχτύπησε απαλά την πόρτα της Νίκης. Η πόρτα άνοιξε και στο άνοιγμα της εμφανίστηκε ένα κεφάλι που έμοιαζε με σκαντζόχοιρο. «Θεέ μου, τα μαλλάκια σου! Τι πήγες και έκανες; Πως έγινες έτσι παιδί μου;» Η Νίκη την κοιτούσε ανέκφραστη. Η Στέλλα συνέχισε να ωρύεται. «Αν ήθελες μοντέρνο κούρεμα, γιατί δεν μου έλεγες; Θα σου έδινα χρήματα για το κομμωτήριο! Πως θα πας έτσι στο σχολείο τώρα; Θα σε κοροϊδεύουν, το ξέρεις;» «Δεν καταλαβαίνεις, ποτέ δεν με κατάλαβες. Σε μισώ!»

Η Στέλλα ένιωσε δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια της. Γιατί την πλήγωνε έτσι αυτό το παιδί; Ξαφνικά ένιωσε και κάτι άλλο, σαν ζάλη. Έπιασε το κεφάλι της και λίγα δευτερόλεπτα μετά, έπεσε στο πάτωμα μαζί με την πορτοκαλάδα. «Μαμά!» φώναξε η Νίκη τρομοκρατημένη. Η Στέλλα, όμως δεν κουνιόταν, ούτε άνοιγε τα μάτια της. Έσκυψε πάνω της και της έδωσε μερικά ελαφρά χαστούκια, όπως είχε δει να κάνουν στις ταινίες. Τίποτα. Άρπαξε το τηλέφωνο και τηλεφώνησε για ασθενοφόρο. Έφτασαν μετά από μισή ώρα και βρήκαν την μικρή να κρατάει το χέρι της μητέρας και να κλαίει σιγανά. Την μετέφεραν γρήγορα στο πιο κοντινό νοσοκομείο.

Μετά από πολύωρες εξετάσεις ανακοίνωσαν στην Νίκη ότι επρόκειτο για ένα βαρύ εγκεφαλικό. Δεν χρειαζόταν όμως να ανησυχεί, της είπαν. Η σύγχρονη επιστήμη κάνει θαύματα. Όταν η Νίκη άκουσε την λέξη θαύματα, φοβήθηκε πραγματικά. Για να λένε τέτοια οι γιατροί, τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά. Έμεινε στον παγωμένο διάδρομο του νοσοκομείου να χαζεύει τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους που περνούσαν για ώρες. Όταν μια νοσοκόμα την ρώτησε αν υπήρχαν άλλοι συγγενείς για να τους ειδοποιήσουν, η Νίκη απάντησε αρνητικά. Δεν είχαν κανένα συγγενή που να διατηρούσαν καλές σχέσεις μαζί του, της είχε πει η μητέρα της. Το βράδυ η Νίκη ξάπλωσε σε ένα ράντζο, για να σταματήσουν να την ζαλίζουν οι νοσοκόμες, αλλά δεν κατάφερε να κοιμηθεί καθόλου. Δεν είχε σκεφτεί να πάρει το ipod μαζί της και τώρα ένιωθε πιο μόνη από ποτέ. Μαύρες σκέψεις τριγύριζαν στο κεφάλι της.


Στις 11 το πρωί η Νίκη είδε ένα γιατρό να την πλησιάζει. Η ψυχή της σφίχτηκε όταν τον είδε να κοντοστέκεται χωρίς να μιλάει. Τελικά της είπε πολύ χαμηλόφωνα ότι η μητέρα της είχε πεθάνει και ότι λυπόταν πάρα, πάρα πολύ. Μετά την αγκάλιασε και εκείνη αφέθηκε στον γιατρό που μύριζε φαρμακίλα. Ήθελε να τον σπρώξει μακριά, αλλά δεν είχε το κουράγιο. Οι νοσοκόμες την κοιτούσαν θλιμμένες και η Νίκη ένιωθε ένα φοβερό κόμπο στο λαιμό της, που όλο και μεγάλωνε. Ίσως να αισθανόταν καλύτερα αν έκλαιγε, αλλά δεν μπορούσε. Όλα μέσα της είχαν κρυσταλλώσει από την καινούρια μοναξιά που την δάγκωνε ολοένα και πιο πολύ.

Profile

lazycat5 lazycat
ΑΘΗΝΑ
Το προφίλ μου

Μου αρέσουν οι ιστορίες, τα παραμύθια, ο φανταστικός χάρτινος κόσμος, να χάνομαι μέσα στις λέξεις, τις δικές μου ή των άλλων...

Ημερολόγιο

Αύγουστος 2016
ΚΔΤΤΠΠΣ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031   

Tags

Powered by pathfinder blogs